Ὁ «Σιναϊτικὸς Κῶδιξ» εἶναι ὁ παλαιότερος κώδικας ποὺ περιέχει πλῆρες τὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ θεωρεῖται τὸ πολυτιμότερο στὸν κόσμο χειρόγραφο. Περιλαμβάνει ἀκόμη τὸ πλεῖστο κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καθὼς ἐπίσης καὶ Ἀποστολικοὺς Πατέρες.

Γράφτηκε στὰ μέσα του 4ου αἰ. σὲ μεγαλογράμματη γραφὴ τοῦ «τύπου τῆς Βίβλου», σὲ τέσσαρες στῆλες (τὰ ποιητικὰ κείμενα εἶναι γραμμένα σὲ τρεῖς στῆλες) καὶ σὲ ἐπιμελῶς ἐπεξειργασμένη περγαμηνή, διαστάσεων 36-36,5 x 32,5-33 ἐκ. Κατὰ μία ὑπόθεση ἀνήκει στὰ πενήντα «σώματα» ποὺ παρήγγειλε στὸν Εὐσέβιο Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης καὶ τὸ καλλιγραφικὸ ἐργαστήρι τῆς «Σχολῆς» του ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, γιὰ νὰ ἐφοδιάσει τοὺς νεοΐδρυτους ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Στὴν Μονὴ τοῦ Σινᾶ διασώζονται σήμερα μόνον δεκαοκτὼ φύλλα τοῦ Σιναϊτικοῦ Κώδικος, πλήρη ἢ σὲ σπαράγματα. Τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ κώδικα εὑρίσκεται στὸ Βρεταννικὸ Μουσεῖο (Brit. Mus. Addit. 43725), 43 φύλλα στὴν Πανεπιστημιακὴ Βιβλιοθήκη τῆς Λειψίας, ἐνῶ μικρότερα σπαράγματα στὴν Ρωσσικὴ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη στὴν Πετρούπολη. Ὅλα αὐτὰ ἀπεσπάσθηκαν ἐπὶ δανεισμῷ στὰ 1844 καὶ 1859 ἀπὸ τὸν Γερμανὸ μελετητὴ Κ.Tischendorf, ἀλλὰ οὐδέποτε ἐπεστράφησαν. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἡ Μονὴ Σινᾶ ἐμμένει τεκμηριωμένα καὶ σταθερὰ στὴν κυριότητά της ἐπὶ τῶν τμημάτων αὐτῶν τοῦ «Σιναϊτικοῦ» Κώδικος, καθὼς ἐλλείπουν τὰ νομιμοποιητικὰ στοιχεῖα τῆς ἀποκτήσεώς τους ἀπὸ τοὺς νέους κατόχους.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΕΥΝΑ

Ἡ πρώτη σοβαρὴ ἀπόπειρα ἔρευνας πάνω στὴν περιπέτεια τοῦ Σιναϊτικοῦ Κώδικος ἀπὸ τὸ 1844 ὣς τὸ 1870, πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Ševčenko τὸ 1964, μὲ τὸ σημαντικὸ ἄρθρο του: New documents on Constantine Tischendorf and Codex Sinaiticus[i], βασισμένο κυρίως σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὰ Ἀρχεῖα τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ.

Κατὰ τὰ ἔτη 2003 – 2006 διενεργήθησαν ἐνδελεχεῖς ἔρευνες στὸ Κρατικὸ Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἁγίας Πετρούπολης καὶ στὸ Ἀρχεῖο τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας στὴν Μόσχα ἀπὸ τὴν Α. Zacharova, ἀναπληρώτρια καθηγήτρια στὸ Κρατικὸ Πανεπιστήμιο Lomonosov τῆς Μόσχας. Τὸ ἐμπεριστατωμένο ἄρθρο της στὸ Montfaucon[ii] συνοδεύτηκε ἀπὸ πολλὰ ἄγνωστα ἔγγραφα τῶν Ρωσσικῶν Διπλωματικῶν Ἀρχείων καὶ προσέφερε μιὰ νέα καὶ λεπτομερὴ ἀναθεώρηση, φέρνοντας στὸ φῶς ἔγγραφα ὅπως τὴν Πράξη Δωρεᾶς τοῦ Νοεμβρίου 1869.

Παράλληλες ἔρευνες διενεργήθησαν στὰ Ἀρχεῖα τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καὶ τοῦ Μετοχίου της στὸ Κάιρο ἀπὸ λόγιους Σιναΐτες, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ Δαμιανό, τὸν βιβλιοθηκάριο τῆς Μονῆς ἱερομόναχο Ἰουστῖνο καὶ ἄλλους Πατέρες, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ ὁμάδα τοῦ Ἱδρύματος Ὅρους Σινᾶ ὑπὸ τὸν καθηγητὴ Π. Νικολόπουλο καὶ τὸν Δρ. Ν. Φύσσα. Τὰ ἀνέκδοτα ἔγγραφα ποὺ ἐντοπίσθηκαν ἔχουν διαφωτίσει τὶς δραματικὲς γιὰ τὴν Μονὴ τότε συνθῆκες καὶ τοὺς χυδαίους ἐκβιασμοὺς ποὺ ὑπέστη, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα, παρὰ τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἐπιθυμία της, τὴν μὴ ἐπιστροφὴ τοῦ κυρίου σώματος τοῦ χειρογράφου στὴν Σιναϊτικὴ Βιβλιοθήκη μέχρι σήμερα. Πρόκειται κυρίως γιὰ ἐπιστολὲς μεταξὺ τῆς ρωσσικῆς Πρεσβείας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοῦ ρωσσικοῦ Προξενείου στὴν Αἴγυπτο, στὶς ὁποῖες, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη γιὰ τὴν χρήση εὐγενικῆς καὶ πολιτικὰ ὀρθῆς διπλωματικῆς γλώσσης, τὰ γεγονότα ἀναφέρονται μὲ τὸ ὄνομά τους.

Ὅλα τὰ νέα στοιχεῖα ποὺ ἔχουν ἔλθει στὸ φῶς, παρουσιάσθηκαν σὲ ἐπιστημονικὲς συναντήσεις στὰ πλαίσια τοῦ προγράμματος ψηφιακῆς ἐπανένωσης τοῦ Σιναϊτικοῦ Κώδικος, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν χώρα στὴν Βρεττανικὴ Βιβιλιοθήκη (Λονδίνο, 6-7 Ἰουλίου 2009) καὶ στὴν Ρωσσικὴ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη (Πετρούπολη, 12-13 Νοεμβρίου 2009). Προσεχῶς ἀναμένεται ἡ πλήρης ἔκδοση τοῦ σχετικοῦ ἀρχειακοῦ συνόλου τῆς Μονῆς.

Ὁ Ν. Φύσσας συνέταξε ἐμπεριστατωμένο ἄρθρο γιὰ τὴν περιπέτεια τοῦ Κώδικα, περίληψη τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ τὸ ἀκολουθοῦν.

[i] Ševčenko, ‘New Documents on Constantine Tischendorf and the Codex Sinaiticus,’ Scriptorium, 18 (1964), pp. 55-80. Ὡστόσο, φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε στὴν διάθεσή του ὅλο τὸ ὑλικό.

[ii] Zakharova, Istorija priobretenija Sinajskoj Biblii Rossiej v svete novych dokumentov iz Rossijskich Archivov, in Montfaucon. Études de paléographie, de codicologie et de diplomatique (Moscow/St Petersburg, 2007), pp. 209-66, Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση εἶναι διαθέσιμη στὴν ἠλεκτρονικὴ διεύθυνση: <http://www.nlr.ru/eng/exib/CodexSinaiticus/zah> [accessed 13 February 2014].

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Ἡ Πρώτη Ἀφαίρεση

Οἱ Μονὲς τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν –πέραν τῶν ἄλλων– καὶ οἱ μόνοι, ἴσως, τόποι διαφυλάξεως ἀρχαίων χειρογράφων καὶ γενικῶς ἀρχαίου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ παραμένουν μέχρι σήμερα, παρὰ τὶς συστηματικὲς λεηλασίες ποὺ ὑπέστησαν ὑπὸ δυσμενεῖς συνθῆκες ἀπὸ «θαυμαστὲς» τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ, τὰ κατ᾿ ἐξοχὴν θησαυροφυλάκιά του.

Τὸ πνεῦμα λαφυραγωγήσεως τῶν θησαυρῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖο διακατέχονταν πολλὲς ἐπιστημονικὲς ἀποστολὲς τῆς ἐποχῆς, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἀρχικὰ τὴν λαθραία ἀφαίρεση φύλλων ἢ σπαραγμάτων τοῦ Κώδικος. Ἔτσι, 43 φύλλα ἀποσπάστηκαν τὸ 1844 ἀπὸ τὸν θεολόγο K. Tischendorf καὶ μετακινήθηκαν στὴν Λειψία, ἐνῶ μικρότερα σπαράγματα τοῦ χειρογράφου μετεφέρθησαν στὴν Ρωσσία ἀπὸ τὸν Ἀρχιμανδρίτη Πορφύριο Uspenskij.

Συχνὰ ἀναφέρεται ὁ μύθος τὸν ὁποῖο ἔπλασε ὁ Tischendorf γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἁρπαγή του, ὅτι δῆθεν τὸ χειρόγραφο ἦταν παρατημένο σὲ ἕνα καλάθι ἢ ὅτι οἱ Μοναχοί χρησιμοποιοῦσαν ὡς προσάναμμα τὰ φύλλα του. Παρόμοια καλάθια σώζονται σήμερα στὴν Μονὴ καὶ εἶναι ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους χρόνους φυλάσσονταν παραδοσιακὰ τὰ εἰλητάρια, ἀπεικονισμένα σὲ πάμπολλες εἰκόνες καὶ χειρόγραφα, ἐνῶ, φυσικά, εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ περγαμηνὴ –τὸ δέρμα– δὲν καίγεται.  Μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῶν νεοευρεθέντων χειρογράφων εὑρέθησαν φυλαγμένα ὄχι μόνον φθαρμένα ἢ ἀποσπασμένα φύλλα τοῦ Σιναϊτικοῦ Κώδικος, ἀλλὰ καὶ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα τεκμηριώνουν τὴν παράδοση συντηρήσεως τῶν χειρογράφων ἡ ὁποία ὑφίστατο στὴν Μονή.

Ὁ Tischendorf ἦταν ἕνα παιδὶ τῆς ἐποχῆς του. Τὰ ταξίδια του στὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρξαν σ᾿ ἕνα βαθμὸ μιὰ ἄγρα χειρογράφων γιὰ τὶς Δυτικὲς βιβλιοθῆκες, μερικὰ τῶν ὁποίων ἐπώλησε ὁ ἴδιος.

Ὁ Tischendorf ἐκ μέρους τῶν Ρώσσων

Ὁ Ševčenko συνοψίζει στὸ ἄρθρο του τὸν ρόλο τοῦ Tischendorf στὴν ἀφαίρεση τοῦ κυρίου τμήματος τοῦ κώδικα ὑπὲρ τῆς Ρωσσίας στὰ 1859: «… Ὁ Tischendorf, μὲ δική του πρωτοβουλία, ἄρχισε νὰ συμβουλεύει τοὺς Μοναχοὺς νὰ δωρίσουν τὸ χειρόγραφο στὸν Ρῶσσο κυβερνήτη. Ἡ δωρεά, ὑπαινισσόταν, θὰ ἀνταμειβόταν μὲ αὐτοκρατορικὴ γενναιοδωρία … Οἱ Μοναχοὶ δὲν ἀπέρριψαν μονομιᾶς τὴν συμβουλὴ τοῦ Tischendorf. Δύναται νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι στὶς προκαταρκτικὲς αὐτὲς συζητήσεις τους ὑποσχέθηκαν, λιγότερο ἢ περισσότερο σαφῶς, νὰ ἀκολουθήσουν ἐκείνη τὴν πρόταση … Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἂν εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἀναμφίβολα μιὰ συγκατάθεση σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, οὐδέποτε ἐπισημοποιήθηκε γραπτῶς».[1] 

Ὁ Tischendorf στὴν συνέχεια προσεκόμισε στὸ Σινᾶ μιὰ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Πρίγκιπα Lobanov, Πρέσβη τῆς Ρωσσίας στὸν Σουλτᾶνο. Στὴν ἐπιστολή του, ὁ Lobanov ἀνέφερε ὅτι ἦταν ὁ Tischendorf  «ποὺ τὸν διεφώτισε σχετικῶς μὲ τὴν εὐγενῆ πρόθεση τῶν Μοναχῶν νὰ δωρίσουν τὸ χειρόγραφο στὴν Ρωσσία».[2]

Ὁ Tischendorf πάλι ὑπογράφει βεβαίωση μὲ τὴν ἴδια ἡμερομηνία στὴν ὁποία ἐπαναλαμβάνει ὅτι παραλαμβάνει τὸ χειρόγραφο «λόγῳ δανείου» καὶ ὑπόσχεται «ἀποδοῦναι σῶον καὶ ἀβλαβὲς» στὴν Μονή, «εἰς πρώτην αὐτῆς ἀναζήτησιν».

Οὔτε λοιπὸν ἡ ἐπίσημη Πράξη τοῦ δανεισμοῦ, οὔτε ἡ ὑπογραφεῖσα ἀπὸ τὸν Tischendorf βεβαίωση, οὔτε ἡ ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ τῆς Μονῆς πρὸς τὸν Lobanov (29 Σεπτεμβρίου 1859), ὁμιλοῦν γιὰ τίποτε ἄλλο παρὰ γιὰ προσωρινὸ δανεισμὸ τοῦ χειρογράφου.[3]

Ὁ Bibliorum Codex Sinaiticus Petropolitanus ἐξεδόθη τὸ 1862. Ἀπὸ τὸ 1859 ἕως τὸ 1867, ὑπῆρξε μιὰ στασιμότητα ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τοῦ Κώδικα, ὁ ὁποῖος παρέμενε στὴν Πετρούπολη. Τὶς ἐξελίξεις ὅμως ἐπηρέασαν γεγονότα ἐντὸς τῆς Σιναϊτικῆς ἀδελφότητος.

Ἀλλαγὴ Ἀρχιεπισκόπου

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύριλλος, ἀδιάλλακτος καὶ αὐταρχικὸς ἀπέναντι στὴν ἀδελφότητα, ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε οἰκειοποιηθεῖ κτήματα καὶ ἄλλα ὑπάρχοντα τῆς Μονῆς πρὸς ἴδιον ὄφελος. Τελικῶς τὸν Αὔγουστο τοῦ 1866 καθαιρεῖται, κατηγορούμενος μεταξὺ τῶν ἄλλων γιὰ ὑπαιτιότητα στὴν ὑπεξαίρεση τοῦ Κώδικα ἀπὸ «τὸν Γερμανό»[4]. Στὶς 12 Ἰανουαρίου 1867 ἐκλέγεται νέα κεφαλὴ τῆς ἀδελφότητος ὁ Καλλίστρατος.

Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων χειροτόνησε τὸν Καλλίστρατο Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ στὶς 30 Αὐγούστου 1867, ἀλλὰ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γρηγόριος τὸν ἀνεγνώρισε μόλις τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1868[5], ἐνῶ ἄλλο ἕνα ἔτος πέρασε μέχρι νὰ ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τὶς πολιτικὲς Ἀρχὲς τῆς Αἰγύπτου, τότε αὐτόνομο τμῆμα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Κύριλλος, ποὺ διέμενε στὴν Κωνσταντινούπολη συνέχιζε νὰ κρατᾶ τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σινᾶ καὶ ἀγωνιζόταν νὰ διατηρήσει τὴν θέση του.

Ἀπροκάλυπτοι Ἐκβιασμοί τοῦ Ignatiev

Ἐκμεταλλευόμενος κατὰ τὸν δολιότερο τρόπο τὴν περίσταση, ὁ νέος πρέσβης τῆς Ρωσσίας στὴν Πόλη Κόμης Ν. Ignatiev ἀνακοινώνει στὶς 4 Ἰανουαρίου 1868 ὅτι κατάσχονται ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ ἀπὸ τὰ κτήματά της στὴν Ρωσσία ἕως ὅτου ἐπιλυθεῖ ἡ διαμάχη μεταξὺ Κυρίλλου καὶ Καλλιστράτου[6]. Ἡ Μονὴ πλέον εὑρισκόταν σὲ θέση δεινή.

Οἱ πρόστυχες πιέσεις ποὺ ὑπέστη ἡ Μονὴ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ ἀπόρρητες ἐπιστολὲς διπλωματῶν ποὺ ἀνταλλάχθηκαν στὸν χῶρο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Σ᾿ αὐτές, ὁ Κόμης Ignatiev δὲν χρειάζεται νὰ χρησιμοποιήσει διπλωματικὴ γλῶσσα καὶ γράφει κοφτά. Στὶς 8/20 Μαΐου 1868 ἔγραψε πρὸς τὸν ἀρχιμανδρίτη Antonin Kapustin, προϊστάμενο τῆς Ρωσσικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀντιπροσωπείας στὴν Ἱερουσαλήμ: «… Χρειάζομαι τὴν μεσολάβησή σου γιὰ νὰ τερματιστεῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν Βίβλο ποὺ κλέψαμε. … Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουμε ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Σινᾶ ἕνα ἔγγραφο ποὺ νὰ βεβαιώνει ὅτι τὸ χειρόγραφο προσεφέρθη ὡς δῶρο στὸν Τσάρο. Θὰ μπορούσαμε νὰ δώσουμε ὡς ἀντάλλαγμα τρία ἢ τέσσερα μετάλλια διαφόρων τάξεων, ἢ ἴσως 10.000 – 12.000 ρούβλια πάνω-κάτω. … Ἴσως μὲ τὴν ὑπόσχεσή μας νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν νέο Ἀρχιεπίσκοπο … θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθεῖ τὸ ζήτημα φθηνά, μόνο μὲ μετάλλια …»[7]. Καὶ σαράντα ἡμέρες ἀργότερα (18/30 Ἰουνίου 1868), τοῦ γράφει: «… Τὸ βρίσκω πιὸ εὔσχημο νὰ δοθεῖ ὁποιοδήποτε ποσόν, ὁπωσδήποτε ἀξιοπρεπές, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθεῖ ὅτι ἀγοράσαμε τὴν Βίβλο παρὰ ὅτι τὴν ὑπεξαιρέσαμε».[8]

Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Καλλίστρατος εἶχε παγιδευθεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα σχεδὸν γιὰ ἕνα ἔτος: μὲ τὴν παρέμβαση τῶν Ρωσσικῶν διπλωματικῶν ἀρχῶν, ὁ Ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ταξιδέψει στὴν Αἴγυπτο καὶ στὴν ἕδρα του. Ὁ ἀρχιμανδρίτης Antonin τὸν ὑποστήριξε ὅσο μποροῦσε, ἀλλὰ ἡ ἐπίσημη Ρωσσικὴ διπλωματία ἦταν ἀρνητική. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Καλλίστρατος πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Antonin τὴν βέβαιη φήμη ὅτι ὁ Σιναϊτικὸς Κώδικας εἶχε δωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριλλο στὸν Τσάρο. Τὸ παιχνίδι φαινόταν πὼς εἶχε χαθεῖ γιὰ τοὺς Μοναχοὺς ὑπὲρ τοῦ Κυρίλλου. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσαν νὰ κάνουν ἦταν νὰ ὑπερφαλαγγίσουν τὸν καθῃρημένο Κύριλλο ἀποδεικνύοντας τὴν ἀπόλυτη ἀφοσίωσή τους στὸν Τσάρο, πράγμα ποὺ ἐπεχείρησαν ἀσυντόνιστα καὶ ἀντιφατικά. Μὲ διάφορες ἐπιστολές τους[9] ἀναφέρονταν στὸν Κώδικα σὰν μιὰ παλαιὰ ἱστορία καὶ ἐξέφραζαν τὴν εὐχὴ νὰ διευθετηθεῖ τὸ καθεστώς του ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Καλλιστράτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱ Ρῶσσοι δὲν ἐπείσθησαν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Κώδικα εἶχε λυθεῖ καὶ ἀπαίτησαν ἐπίσημη καὶ νόμιμη πράξη δωρεᾶς. Οὐσιαστικά, μὲ ὅλον αὐτὸν τὸν χειρισμό, ἡ Σιναϊτικὴ Ἀδελφότης ὁδηγήθηκε στὴν ἔναρξη διαπραγματεύσεων.

Στὶς 31 Ἰουλίου 1868, ὁ Ignatiev ἔγραψε ἐμπιστευτικὰ στὸν ὑπο-Πρόξενό του στὴν Αἴγυπτο Nikolajev ὅτι ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνηση δίσταζε μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν Καλλίστρατο, ἀλλὰ τώρα κρίνει ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Κυρίλλου δὲν ἦταν πραγματοποιήσιμη. Ἑπομένως, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Καλλίστρατο, μὲ ἀπαραίτητη ὅμως προϋπόθεση «τὴν ἐπίσημη δήλωση τῆς Σιναϊτικῆς ἀδελφότητος ὅτι ἡ γνωστὴ χειρόγραφη Βίβλος ποὺ ἀνήκει στὸ Μοναστήρι ἔχει δωρηθεῖ στὴν Αὐτοῦ Αὐτοκρατορικὴ Μεγαλειότητα τὸν Τσάρο καὶ εἶναι αὐτοκρατορικὴ ἰδιοκτησία»[10]. Καὶ στὶς 14 Αὐγούστου 1868 συμπληρώνει τὶς ὁδηγίες: «Ἐπιπλέον, θεωρῶ δυνατὸν νὰ σοῦ ἐπιτρέψω νὰ δώσεις στὴν Σύναξη τοῦ Σινᾶ τὸ μισὸν τοῦ ὅλου ποσοῦ ποὺ ἔχει κατακρατηθεῖ μέχρις σήμερον στὸ Γενικὸ Προξενεῖο ἀπὸ τὶς προσόδους τῆς Ἀδελφότητος. Τὸ ἄλλο μισὸ θὰ δοθεῖ ὅταν ἡ δωρεὰ τῆς Σιναϊτικῆς Βίβλου πάρει τὴν τελική της μορφή, δηλαδὴ ὅταν –σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Καλλιστράτου– μᾶς δοθεῖ μιὰ ἐπιστολὴ ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὅλη τὴν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ποὺ θὰ ἀναφέρει ρητῶς τὴν δωρεὰ τῆς Βίβλου»[11]. Ὁ Nikolajev ὅμως δὲν χειρίστηκε τὴν ὑπόθεση ἀκριβῶς κατὰ τὶς προσδοκίες τοῦ Ignatiev, κάτι ποὺ ἐξόργισε τὸν δεύτερο.

«Δωρεὰ» τοῦ Κώδικα

Τελικῶς, στὶς 11 Σεπτεμμβρίου 1868, ὁ Καλλίστρατος καὶ οἱ Μοναχοὶ τοῦ Σιναϊτικοῦ Μετοχίου τοῦ Καΐρου ὑπέγραψαν γράμμα δωρεᾶς τοῦ Σιναϊτικοῦ Κώδικος καὶ τὸ ἔστειλαν στὸν Κόμη Ignatiev. Τὴν ἴδια στιγμὴ φθάνουν στὸν Ignatiev ἀπὸ τὴν ρωσσικὴ κυβέρνηση 9.000 ρούβλια καὶ διάφορα βραβεῖα γιὰ τοὺς Σιναΐτες. Ἀλλ᾿ ὁ Ignatiev τὰ κράτησε προσωρινά, καθὼς ὁ Καλλίστρατος δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ κυβέρνηση καὶ ἐπειδὴ τὸ γράμμα δὲν εἶχε ὑπογραφεῖ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς κεντρικῆς Μονῆς.

Στὶς 14/26 Μαρτίου 1869 ὁ Ignatiev ἔγραψε στὸν Antonin Kapustin: «… Μοῦ ἀρέσει νὰ κολλάω τοὺς ἀνθρώπους στὸν τοῖχο, διαφορετικὰ δὲν μπορεῖς νὰ ξεζουμίσεις τὸν πεισματάρη».[12]

Στὶς 13 Νοεμβρίου 1869, ὁ Καλλίστρατος προσκομίζει στὸν Ignatiev νέο γράμμα δωρεᾶς, ὑπογεγραμμένο ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τοῦ Μετοχίου. Μετὰ ἀπὸ νέα ἀπαίτηση τοῦ Ignatiev, ὑπεγράφη τελικῶς ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ, στὶς 18 Νοεμβρίου 1869.[13]

Οὐσιαστικά, φαίνεται πὼς ὑπῆρξε μιὰ διένεξη ἐντὸς τῆς Σιναϊτικῆς ἀδελφότητος περὶ τοῦ Κώδικα. Ἡ Σύναξη τοῦ Καΐρου μᾶλλον θεωροῦσε ὅτι ἡ ἐπιστροφή του, μετὰ ἀπὸ δέκα ἔτη παραμονῆς του στὸ ἐξωτερικό, δὲν ἦταν πλέον μιὰ ρεαλιστικὴ προσδοκία, ἐνῶ ἡ Σύναξη τῆς κεντρικῆς Μονῆς συγκατετέθη μόνο στὸ τέλος. Ἐξ ἄλλου, οἱ τρεῖς πράξεις δωρεᾶς τῶν Σιναϊτῶν ἀπὸ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1868, καθεμιὰ πιὸ νόμιμη ἀπὸ τὴν προηγούμενη, δείχνουν ὅτι προσπαθοῦσαν ἀπεγνωσμένα ἔστω νὰ κρατήσουν τὸ ζήτημα ἀνοικτό. Μάλιστα ἡ πράξη τῆς 18ης Νοεμβρίου 1869 οὐδέποτε εἰσήχθη στὸ Ἀρχεῖο τῆς Μονῆς καὶ κανένα ἀντίγραφό της δὲν ἔχει ἀνευρεθεῖ στὰ ἀρχεῖα της.

Στὶς 4 Ἰανουαρίου 1870, τὸ ρωσσικὸ Προξενεῖο πληροφόρησε τὸν Καλλίστρατο καὶ τὴν Σύναξη: «Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης, ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσσίας καὶ κύριός μου, ἔχοντας λάβει τὴν Ἱερὰ Βίβλο τὴν ὁποία ἡ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ δώρησε σ᾿ αὐτόν, εἶχε τὴν καλὴ θέληση νὰ προσφέρει στὴν προαναφερθεῖσα Μονὴ ἐννέα χιλιάδες ρούβλια».[14]

Σὲ μιὰ πολὺ προσεκτικὰ διατυπωμένη ἐπιστολή, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καλλίστρατος καὶ ἡ Ἀδελφότης εὐχαριστοῦν τυπικὰ τὸν Τσάρο, ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν δηλώνουν ὅτι αὐτὰ ἐλήφθησαν ὡς πληρωμὴ γιὰ τὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα, ὅπως σημείωνε ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Προξένου. Ὁ Κῶδιξ δὲν μνημονεύεται καθόλου καὶ τὰ χρήματα ἐκλαμβάνονται ρητῶς ὡς δῶρο:

«Ὁ ὑπογεγραμμένος Ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῆς Μονῆς τοῦ Ὄρους Σινᾶ δηλώνουν καὶ γνωστοποιοῦν ὅτι σήμερον παρελάβομεν παρὰ τοῦ κ. John de Lex, διπλωμάτου καὶ Γενικοῦ Προξένου τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ρωσσιῶν ἐν Αἰγύπτῳ, τὸ ποσὸν τῶν 1.332 Τουρκικῶν λιρῶν καὶ ἑξήκοντα ἑνὸς καὶ μισοῦ γροσσίων, ἀντιστοιχούντων εἰς ἐννέα χιλιάδας ἀργυρῶν ρουβλίων, τὰ ὁποῖα ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος εὐδόκησε νὰ δώσει ὡς δῶρον εἰς τὴν Μονὴν ἡμῶν, ἑπτὰ χιλιάδας ἀργυρῶν ρουβλίων ὑπὲρ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς προαναφερθείσης Μονῆς, καὶ δύο χιλιάδας ἀργυρῶν ρουβλίων ὑπὲρ τοῦ ὄρους Θαβώρ, Μετοχίου τοῦ Ὄρους Σινᾶ.

Εἰς πίστωσιν αὐτῶν, ἐκδίδεται ἡ παροῦσα ἀπόδειξις εἰς διπλοῦν, ἀλλὰ γιὰ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπόν.

Ἐν Καΐρῳ, τῇ 5 Ιανουαρίου 1870».[15]

Μετὰ ἀπὸ 10 ἔτη προσπαθειῶν, διαπραγματεύσεων καὶ ἐκβιασμῶν, ὁ Κῶδιξ παρέμεινε τελικῶς στὴν Ρωσσία, μὲ τὰ αἰσθήματα τῶν Σιναϊτῶν σαφῶς ἐχθρικά, ὡσὰν νὰ εἶχαν ἐξαπατηθεῖ.[16]

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΤΟ ΒΡΕΤΑΝΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Στὰ 1933, ἡ Σοβιετικὴ κυβέρνηση πωλεῖ τὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα στὸ Βρεταννικὸ Μουσεῖο ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 100.000 λιρῶν.

Νωρίτερα, στὰ 1909, ὁ Παπαμιχαὴλ δημοσίευσε στὸν Ἐκκλησιαστικὸ Φάρο τὶς ἐπιστολὲς ποὺ ἀπεκάλυπταν τοὺς ἐκβιασμοὺς γιὰ τὴν ἀπόκτηση μιᾶς πράξεως δωρεᾶς. Στὴν δεκαετία τοῦ 1930 ἡ Μονὴ παρακολουθοῦσε τὶς ἐξελίξεις, ἕνας φάκελλος μὲ σχετικὰ ἄρθρα ἐφημερίδων εἶχε σχηματισθεῖ, ἐνῶ δύο δικηγόροι ἐκλήθησαν νὰ συμβουλεύσουν.

Μὲ τηλεγράφημά του τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1934, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πορφύριος Γ΄ ἐνημέρωνε τὸ Βρεταννικὸ Μουσεῖο ὅτι ὁ Κώδικας εἶχε ἀφαιρεθεῖ «δολίως καὶ ἀπατηλῶς» ἀπὸ τὴν ρωσσικὴ κυβέρνηση καὶ ὅτι τὸ Σινᾶ παρέμενε «ὁ μοναδικὸς νόμιμος ἰδιοκτήτης» του[17]. Τὸ Μουσεῖο φυσικὰ παρέπεμψε τὴν Μονὴ στὴν Σοβιετικὴ κυβέρνηση[18]. Ὁ Πορφύριος πράγματι ἀνέφερε τὸ ζήτημα καὶ ἐπιφόρτισε ἕναν Ἀρχιμανδρίτη νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Μόσχα γιὰ νὰ ἐξετάσει τὸ ζήτημα[19], βεβαίως χωρὶς ἀποτέλεσμα.

Μιὰ περαιτέρω προσπάθεια πραγματοποιήθηκε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ὅταν μιὰ ἔρευνα στὰ ρωσσικὰ ἀρχεῖα τοῦ Καΐρου προμήθευσε τὴν Μονὴ μὲ ἀντίγραφα ἐπιστολῶν ποὺ ἀπεκάλυπταν τοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ τοὺς συστηματικοὺς χειρισμοὺς μεταξὺ 1868-1870.

[1] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), pp. 75-76.

[2] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 61.

[3] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 61.

[4] Ὑπόμνημα περὶ τῆς τοῦ Σινᾶ διασώσεως ἀπὸ πολλῶν κινδύνων καὶ τῆς νῦν αὐτοῦ δεινῆς καταστάσεως (Athens, 1866), pp. 20-21.

[5] Βλέπε τὴν ἐπιστολὴ τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τοῦ Σινᾶ πρὸς τὸν κόμητα de Lex, Γενικὸ Πρόξενο τῆς Ρωσσίας στὸ Κάιρο, 5 Φεβρουαρίου 1867 (παρελήφθη τὴν 15η Φεβρουαρίου 1867, ἀριθ. Πρωτ. 44, στὰ Γαλλικά). Σὲ αὐτὴν οἱ Σιναΐτες ἀνακοινώνουν τὴν καθαίρεση τοῦ Κυρίλλου καὶ ζητοῦν νὰ ἐνημερωθεῖ ἡ Ρωσσικὴ Σύνοδος (Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiff 9337). Ἀλλὰ ἡ ἀναγνώριση τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου θὰ ἀργοῦσε πολὺ νὰ φθάσει: βλ. τὴν ἐμπιστευτικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ignatiev στὸν de Lex (Κων/πολη, 12 Σεπτεμβρίου 1867, ἀριθ. πρωτ. 550, παραληφθεῖσα στὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 17/29 Σεπτεμβρίου 1867, ἀριθ. πρωτ. 210 – ἑλληνικὸ ἀντίγραφο), μὲ τὴν ξεκάθαρη δήλωση «Δὲν μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν Καλλίστρατο» (Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiff 9325).

[6] Αὐτὸ ἀνακοινώθηκε ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸν Staal στὸν de Lex, (Κων/πολη, 13 Φεβρουαρίου 1868, ἀριθ. πρωτ. 76, παραληφθὲν στὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 19 Φεβρουαρίου / 2 Μαρτίου 1868, ἀριθ. πρωτ. 38). Γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ἀντίγραφο, βλ. Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiffs 9332-33. Τμήματα τοῦ ρωσσικοῦ πρωτοτύπου, ἐν Zakharova, ‘Istorija’ (2007), σελ. 230.

[7] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 80.

[8] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 80.

[9] 5 Ἰουλίου 1868 καὶ 28 Ἰουλίου 1868· Zakharova, ‘Istorija’ (2007), pp. 235-243.

[10] Ἑλληνικὸ ἀντίγραφο τοῦ πρωτοτύπου. Ἡ ἐπιστολή —ἐπιγραφομένη ὡς «μυστική»— ἐστάλη τὴν 31η Ἰουλίου 1868 (ἀριθ. Πρωτ. 515) καὶ παρελήφθη στὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 13/25 Αὐγούστου 1868 (ἀριθ. Πρωτ. 218). Βλ. Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiffs 9323-9324.

[11] Ἑλληνικὸ ἀντίγραφο τοῦ πρωτοτύπου. Ἡ ἐπιστολή ἐστάλη τὴν 14η Αὐγούστου 1868 (ἀριθ. Πρωτ. 555) ) καὶ παρελήφθη στὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 4/16 Σεπτεμβρίου 1868 (ἀριθ. Πρωτ. 244). Βλ. Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiff 9326.

[12] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 78, note 75.

[13] Κείμενα καὶ φωτογραφίες ἐν Zakharova, ‘Istorija’ (2007), pp. 252-57.

[14] Ἡ ἐπιστολὴ (στὰ Γαλλικά) στὰ Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiffs 9352-54.

[15] Κείμενα καὶ φωτογραφίες ἐν Zakharova, ‘Istorija’ (2007), pp. 259-60.

[16] Ševčenko, ‘New Documents’ (1964), p. 78.

[17] Τὸ τηλεγράφημα εὑρίσκεται ἀνάμεσα στὰ ἔγγραφα τοῦ Hill: British Library, London, Add. MS 68923, ff. 300-01.

[18] Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiff 9429.

[19] Ἀρχεῖα Σινᾶ, tiff 9436.