ΦΤΩΧΕΙΑ, ΠΕΙΝΑ, ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ…

by on 19 Ιουνίου 2017

Μια οριστική λύση για το ελληνικό έπος εξακολουθεί να μην φαίνεται στον ορίζοντα, σημειώνει η Citigroup σε μία δεύτερη ανάγνωση της απόφασης του Eurogroup μετά το σύντομο note της την Παρασκευή, τονίζοντας πως δεν υπήρξε καμία  πρόοδος όσον αφορά την ελάφρυνση του χρέους το οποίο παραμένει μη βιώσιμο τη στιγμή που δεν έχουν καν εφαρμοστεί όλα τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που συμφωνήθηκαν. Παράλληλα επισημαίνει ότι η ένταξη στο QE παραμένει απίθανη, τα μεγάλα προβλήματα ρευστότητας της οικονομίας παραμένουν παρά την ώθηση της εμπιστοσύνης, οι πιθανότητες κλίνουν προς μηδενικό ΑΕΠ φέτος, ενώ το deal είναι πολύ κάτω των προσδοκιών που είχε χτίσει ο Αλέξης Τσίπρας με μία νέα πολιτική αναταραχή στην Ελλάδα να είναι πιθανή όπως πιθανή είναι η ανάγκη ενός νέου μνημονίου.

Όπως σημειώνει η Citi, το Eurogroup σφράγισε την επόμενη δόση ύψους € 8,5 δισ. για την Ελλάδα σε μία ακόμη συμφωνία της τελευταίας στιγμής. Τα χρήματα θα καλύψουν τις αποπληρωμές του Ιουλίου και θα επιτρέψουν την καταβολή κάποιου μέρους από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, τονώνοντας έτσι την αγορά με αναγκαία ρευστότητα. Με το νέο δάνειο και ένα μικρό πλεόνασμα του προϋπολογισμού, οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της Ελλάδας για τους επόμενους 12 μήνες μάλλον καλύπτονται, ενώ η συμφωνία απομακρύνει οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα.

Καμία πρόοδος όσον αφορά την ελάφρυνση του χρέους

Δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό βήμα από τους δανειστές της Ελλάδας. Παρά την επιμονή του ΔΝΤ, ότι απαιτούνται τουλάχιστον λεπτομέρειες για την ελάφρυνση του χρέους αυτή τη στιγμή ακόμη και αν δεν υπάρξει εφαρμογή, οι Ευρωπαίοι πιστωτές δεν σημείωσαν πρόοδο πέρα ​​από αυτό που είχε ήδη συμφωνηθεί τον Μάιο του 2016.  Δηλαδή, δεν θα συμφωνηθούν ούτε θα εφαρμοστούν πριν από το τέλος του τρέχοντος προγράμματος διάσωσης στα μέσα του 2018, κούρεμα και άλλα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, και αυτά υπόκεινται στην πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.

Ακόμη και τα μικρά βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, δηλαδή την κατάργηση της αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου το 2018, που θα γλίτωνε στην Ελλάδα περίπου 400 εκατ. ευρώ και η μεταφορά των κερδών των ANFA και SMP, αξίας περίπου 3,5 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια – δεν συμφωνήθηκαν επισήμως, αν και το Eurogroup δήλωσε ότι εξακολουθεί να είναι έτοιμο να τα προσφέρει.

Ακόμη και η σύνδεση των μέτρων για το χρέος με την πορεία της ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι αβέβαιη αφού οι λεπτομέρειες αλλά και ο ίδιος ο μηχανισμός δεν έχουν συμφωνηθεί ακόμη, απλά υπήρξε μία αναφορά ότι συζητήθηκε.

Το ΔΝΤ υποχώρησε για άλλη μια φορά

Η λύση στις διαπραγματεύσεις ήρθε, όπως συνήθως, με το ΔΝΤ να κάνει παραχωρήσεις στο ευρωπαϊκό (ειδικά το Γερμανικό) αίτημα της συμμετοχής του στο πρόγραμμα. Το ΔΝΤ βρισκόταν στο περιθώριο από την έναρξη του τρίτου προγράμματος το καλοκαίρι του 2015. Η Lagarde, δήλωσε ότι θα συστήσει στο διοικητικό συμβούλιο την έγκριση επί της αρχής της 14μηνης συμφωνίας stand-by του ΔΝΤ για την Ελλάδα με αμελητέα χρηματοδότηση και με την αποδέσμευση των κεφαλαίων να υπόκεινται σε συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους.

Το ΔΝΤ πιθανότατα θα αναβάλει οποιαδήποτε απόφαση για μια νέα ελληνική γραμμή χρηματοδότησης έως το τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018. Αυτό στην πράξη δεν διαφέρει από τη θέση του ΔΝΤ μέχρι σήμερα, αλλά επιτρέπει στη Γερμανία να εγκρίνει τη δόση.

Το ελληνικό χρέος θα παραμείνει μη βιώσιμο

Στο 179% του ΑΕΠ το 2016 και να προβλέπεται να φτάσει στο 250% μέχρι το 2060, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, το ελληνικό χρέος παραμένει μη βιώσιμο. Η Ελλάδα έχει πλέον δεσμευτεί για ένα πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μεταξύ του 2018 και του 2022 και ίσο ή μεγαλύτερο του 2,0% από το 2023 έως το 2060! Αυτές είναι πολύ αισιόδοξες υποθέσεις για μια αξιόπιστη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, κατά την άποψη της Citi.

Είναι αλήθεια ότι το πρωτογενές πλεόνασμα έφθασε ήδη στο 3,7% το 2016, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, αλλά στην πραγματικότητα πιθανότατα βρίσκεται περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ σε υποκείμενους όρους.
Η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι μια πολιτικά, περισσότερο από οικονομικά, πολύ δύσκολη πρόκληση. Επιπλέον, ακόμη και αν τα προαναφερθέντα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους εφαρμοστούν πλήρως το 2018, παραμένει αμφίβολο αν θα είναι σε θέση να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα τις ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας κάτω από το 15%.

Το ΔΝΤ το 2016 τόνισε ότι, αν δεν υπάρξει κούρεμα, οι Ευρωπαίοι πιστωτές θα πρέπει να προσφέρουν περιόδους χάριτος και αναβολές επιτοκίων έως 20 έτη, συν επεκτάσεις διάρκειας μέχρι 30 ετών και κυρίως, τα επίσημα επιτόκια να τεθούν στο 1,5% έως το 2040 προκειμένου να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του χρέους. Η ευρωπαϊκή πρόταση για την ελάφρυνση του χρέους δεν βρίσκεται κοντά σε αυτές τις απαιτήσεις.

Η ένταξη στο QE παραμένει απίθανη, παρόλο που η πιθανότητα μικρής έκδοσης ομολόγων είναι ακόμη δυνατή

Ενώ οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δεν θα επηρεάσει ουσιαστικά τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια, θα ήταν ένα σημαντικό μήνυμα εμπιστοσύνης για τις χρηματοπιστωτικές αγορές για να ξεκινήσουν και πάλι οι επενδύσεις στα ελληνικά assets. Η ΕΚΤ έχει ήδη επισημάνει ότι είναι αβέβαιο εάν μετά από τη συμφωνία μπορεί να αποφασίσει να συμπεριλάβει ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα QE. Ενώ η επιστροφή στην πρόσβαση στην αγορά στο εγγύς μέλλον είναι ακόμα δυνατή ακόμη και χωρίς το QE, μια σταθερή και πλήρη πρόσβαση στις αγορές μέχρι το καλοκαίρι του 2018, παραμένει απίθανη.

Μεγάλα τα προβλήματα ρευστότητας της οικονομίας

Η συμφωνία δεν μπορεί να ελαφρύνει τον ακόμα αυξημένο βαθμό οικονομικής αβεβαιότητας στην Ελλάδα. Η οικονομία αντιμετωπίζει πολύ φτωχή εγχώρια ρευστότητα, εν μέσω των capital controls, την απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα και τις σχεδόν σταθερές τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες είχαν μειωθεί κατά 25% το α ‘εξάμηνο του 2015.

Οι πηγές εξωτερικής ρευστότητας περιορίζονται ουσιαστικά στα επίσημα δάνεια του ESM. Το εμπορικό ισοζύγιο (για τις υπηρεσίες και τα αγαθά) παραμένει ελαφρώς σε έλλειμμα (περίπου -1% του ΑΕΠ), καθώς οι δύο βασικοί εξαγωγικοί τομείς της Ελλάδας, η ναυτιλία και ο τουρισμός, δημιουργούν περισσότερα έσοδα. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές είναι υψηλές και αυξήθηκαν ελαφρώς πρόσφατα, επιβαρύνοντας περαιτέρω την εσωτερική ρευστότητα.

Ώθηση της εμπιστοσύνης αλλά… μηδενικό το ΑΕΠ φέτος

Μετά από 9½ χρόνια σχεδόν αδιάλειπτης ύφεσης και το ΑΕΠ περίπου 30% χαμηλότερο, η αύξηση της οικονομικής εμπιστοσύνης μπορεί να είναι αρκετή για να ξεκινήσει ένας ενάρετος κύκλος και μια πιο σταθερή ανάκαμψη. Αυτό συνέβη το 2014 (μέτρια αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,4%) και η Ελλάδα ήταν ικανή να επιστρέψει δύο φορές στις αγορές. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη κοντά στα επίπεδα ύφεσης που επικρατούν το 2013. Η συνολική οικονομική εμπιστοσύνη, είναι υψηλότερη από ό, τι στη μέση της κρίσης του 2015, αλλά δεν είναι ακόμη συμβατή με την αύξηση του ΑΕΠ πολύ πάνω από 0% κατά την άποψή μας.

Μια οριστική λύση για το ελληνικό έπος εξακολουθεί να μην φαίνεται στον ορίζοντα

Η συμφωνία μοιάζει πολύ με αυτή που σημειώθηκε πριν από ένα χρόνο. Μια νέα, αρκετά γενναιόδωρη εκταμίευση πιθανόν θα κρατήσει την Ελλάδα στην επιφάνεια για τους επόμενους 9-12 μήνες, αλλά μια τελική λύση στο ελληνικό δράμα δεν είναι ακόμα στα χαρτιά.

Παρόμοια με την ιστορία των τελευταίων 12 μηνών, η συμφωνία είναι απίθανο να προκαλέσει μία σημαντική αλλαγή στην εμπιστοσύνη και ισχυρότερη οικονομική ανάκαμψη. Οι πιθανότητες να χρειαστεί ένα τέταρτο σχέδιο διάσωσης μόλις λήξει η τρέχουσα περίοδος σε περίπου 12 μήνες παραμένουν αρκετά υψηλές, κατά την άποψη της Citi. Επιπλέον, οι περιορισμένες παραχωρήσεις των πιστωτών της ΕΕ για την ελάφρυνση του χρέους πιθανώς να επιδεινώσουν την θέση της ελληνικής κυβέρνησης, που όλο και περισσότερο θεωρείται ότι δεν μπορεί να σταματήσει τα προβλήματα στην εγχώρια αγορά.

Αν και ο Αλέξης Τσίρπας δήλωσε πως η κυβέρνηση «πήρε αυτά που ήθελε» από την συμφωνία, η Citi υπογραμμίζει πως το deal είναι πολύ κάτω των προσδοκιών που είχε χτίσει ο Ελληνας πρωθυπουργός αφού δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το QE και την έξοδο στις αγορές. Η πολιτική αβεβαιότητα μπορεί να αυξηθεί και πάλι καθώς πλησιάζει το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, όπως προειδοποιεί η Citi.

Capital – Ελευθερία Κούρταλη

Be the first to comment!
 
Leave a reply »