ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ, ΜΕ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΘΕΟΔΩΡΑ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ….

by on 28 August 2015

Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστούν στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού παραλληλισμοί με τον ελληνικό πολιτισμό, φαινόμενο πολυδιάστατο ως προς τις επιρροές και επιδράσεις που αυτός προκάλεσε και προξένησε παγκοσμίως. Χρονολογικά ο ελληνικός πολιτισμός διαιρείται στον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας, που τροφοδότησε την ανθρωπότητα με τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη λογοτεχνία, την πολιτική -αναπόσπαστα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού-, στο Βυζαντινό πολιτισμό, κοιτίδα της Ορθοδοξίας, με σημαντικές επιρροές στην πολιτιστική κληρονομιά της μεσαιωνικής Ανατολής, και στον πολιτισμό του νεότερου και σύγχρονου ελληνικού κόσμου που απορρόφησε και εμπλουτίστηκε με επιτεύγματα του παρελθόντος, συμβάλλοντας, ταυτόχρονα από την πλευρά του σε πνευματικές ζυμώσεις και αλληλεπιδράσεις.

Κατά τη διάρκεια χιλιετηρίδων ο ελληνικός πολιτισμός διακρίνονταν από δεκτικότητα και προσήνεια, γεγονός που διαφαίνεται τόσο στην αρμονική αφομοίωση και αξιοποίηση επιτευγμάτων άλλων λαών και πολιτισμών όσο και, κυρίως, στον εμπλουτισμό των τελευταίων με στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, κάτι που, τολμούμε να διατυπώσουμε, ότι συνεχίζεται και στις μέρες μας. Ο σύγχρονος Ελληνισμός δεν περιορίζεται στα όρια του εθνικού ελληνικού κράτους, αλλά αποτελεί ένα ευρύτερο, παγκόσμιο φαινόμενο που εκτείνεται από τη Βόρεια Αμερική ως την Αυστραλία και από τη Νότια Αφρική μέχρι τη Ρωσία. Στο σημείο αυτό, αναμφίβολα, έγκειται αφ΄ ενός το δυναμικό της περαιτέρω ανάπτυξης και εμπλουτισμού του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που, αφ΄ ετέρου, διάφοροι λαοί εκδηλώνουν απέναντι σε αυτόν. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι αναπόσπαστο στοιχείο του Ελληνισμού αποτελεί ο φιλελληνισμός.

Παρά το γεγονός ότι, λόγω ιστορικών συγκυριών, ο ελληνικός λαός βρέθηκε διάσπαρτος σε διάφορες χώρες και ηπείρους, μόνιμα τον χαρακτήριζε η επιδίωξη συνοχής και διατήρησης της εθνικής του ταυτότητας, αλλά και στενών σχέσεων με την ιστορική του πατρίδα. Βασική ενοποιητική αρχή του Ελληνισμού ανέκαθεν αποτελούσε η συνειδητοποίηση της ενσωμάτωσης σε ένα ενιαίο έθνος με κοινές πολιτιστικές και θρησκευτικές καταβολές και την αίσθηση κοινωνίας με ένα κοινό ιστορικό παρελθόν. Το γεγονός αυτό εξασφάλιζε μία ιερή σχέση, μία σχέση λατρείας απέναντι στον εθνικό πολιτισμό και τις παραδόσεις, καθώς και μία συνειδητοποίηση ευθύνης για τη διατήρηση και διαφύλαξη αυτού του εθνικού πολιτισμού και την κληροδότησή του στους μεταγενέστερους.

Χαρακτηριστικό αντικαθρέφτισμα του γεγονότος αυτού αποτελεί η ιστορία του Ελληνισμού στη Ρωσία, χώρα όπου το ελληνικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Δεν είναι του παρόντος να σταθούμε στις μακραίωνες ελληνο-ρωσικές σχέσεις, επιγραμματικά και μόνο, ωστόσο, αναφέρουμε τους ελληνικούς οικισμούς του Ευξείνου Πόντου στην αρχαιότητα, την εμφάνιση του σλαβικού αλφαβήτου και τη δράση των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, τον εκχριστιανισμό των Ρως από το Βυζάντιο και τις πολιτιστικές και θρησκευτικές ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις που επακολούθησαν – αυτά όλα αποτελούν ορισμένα μόνο παραδείγματα διασταύρωσης της ιστορικής πορείας των δύο λαών από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Στα τέλη του 18ου αι. οι ελληνορωσικές σχέσεις και η ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού στη Ρωσία αποκτούν νέα δυναμική, πράγμα στο οποίο συνέβαλε η ενίσχυση των ελληνικών κοινοτήτων στη νότια, κυρίως, επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η προστασία και τα προνόμια που αυτές έχαιραν εκ μέρους των ρωσικών Αρχών και το ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον της ρωσικής κοινής γνώμης απέναντι στα ελληνικά δρώμενα. Η κοινή Ορθόδοξη Πίστη αναμφίβολα αποτελεί τη συντεταγμένη, που εξ’ αρχής εξασφαλίζει μία καλοπροαίρετη σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ ελληνικού και ρωσικού πληθυσμού. Η Ρωσία συνδράμει αποφασιστικά στην υπόθεση απελευθέρωσης των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, απόκτησης εθνικής ανεξαρτησίας και σύστασης εθνικού κράτους, ταυτόχρονα δε προσελκύει ελληνικό στοιχείο για εγκατάσταση στα νότια σύνορά της. Ο ελληνικός πληθυσμός, από την πλευρά του, αξιοποιώντας τα προνόμια, που του παραχωρούν οι ρωσικές Αρχές, μετουσιώνεται σε ένα αναπόσπαστο δυναμικό στοιχείο της κοινωνικο-πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Μέχρι τις αρχές του 20ου αι. οι ελληνο-ρωσικές σχέσεις και ο Ελληνισμός στη Ρωσία αναπτύσσονται με ιδιαίτερη δυναμική, υπό την επίδραση τέτοιων παραγόντων, όπως ίδρυση ελληνικών κοινοτήτων και οργανώσεων, φιλανθρωπική δραστηριότητα ευπόρων Ελλήνων, δραστήρια συμμετοχή των Ελλήνων στον κοινωνικο-πολιτικό οργανισμό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, διάδοση της ελληνικής παιδείας στη Ρωσία, έκδοση περιοδικού τύπου και βιβλίων στην ελληνική γλώσσα, έντονες ζυμώσεις Ελλήνων και Ρώσων τόσο σε επίσημο διακρατικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο απλών ανθρώπων. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι όσο περισσότεροι εκπρόσωποι Ελλήνων αλλά και Ρώσων ενσωματώνονται και συμμετέχουν στις διαδικασίες διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού τόσο πιο εποικοδομητικό υφίσταται το αποτέλεσμα στην υπόθεση της διαφύλαξης και ανάπτυξης του Ελληνισμού στη Ρωσία, καθώς και της αναβάθμισης και βελτίωσης της ίδιας της Ελλάδος (χρηματοδότηση ελληνικού κράτους από εύπορους εκπροσώπους διασποράς).

Οι δυσκολίες της σοβιετικής περιόδου -τραγική, αναμφίβολα, δοκιμασία για τον Ελληνισμό της Ρωσίας- και η οικονομική αταξία της μεταβατικής μετασοβιετικής εποχής, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μαζική φυγή του ελληνικού πληθυσμού των χωρών της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. προς την Ελλάδα, αναμφίβολα δημιούργησαν στον Ελληνισμό σειρά προβλημάτων. Παρ΄ όλα αυτά η δραστηριότητα των ελληνικών κοινοτήτων και συλλόγων στη Ρωσία, αλλά και των σωματείων Ελλήνων εκ Ρωσίας στην Ελλάδα, η εγκατάσταση, στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές του 1950 στην ΕΣΣΔ πολιτικών προσφύγων από την Ελλάδα, η εμφάνιση και διεύρυνση των νεοελληνικών σπουδών στη Ρωσία, οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των δύο χωρών αλλά και η βοήθεια που παρείχε το ελληνικό κράτος στους ομογενείς του, συνέβαλαν στη διαφύλαξη από τον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας των παραδόσεών του και στη διατήρηση αμείωτου του ενδιαφέροντος της ρωσικής κοινής γνώμης απέναντι στην Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή διανύουμε μία νέα σελίδα στην ιστορία του ελληνισμού στη Ρωσία. Η σταθεροποίηση της κοινωνικο-πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στη Ρωσία, η ενίσχυση της ελληνικής κοινότητας, το ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο ενδιαφέρον απέναντι στον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική ιστορία και την ελληνική γλώσσα εκ μέρους τόσο εκπροσώπων της ομογένειας όσο και φιλελλήνων, δημιουργούν προϋποθέσεις και επιβάλλουν την αναγκαιότητα νέας ώθησης και νέου παλμού στην ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων και του Ελληνισμού στη Ρωσία, κάτι που αποτελεί και προορισμό του προσφάτως ιδρυθέντος Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού.

Το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού αποτελεί κοινωνικό φορέα, καταχωρημένο στη Μόσχα τον Αύγουστο του 2005, που θέτει τους εξής στόχους:

διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη Ρωσία

συσπείρωση εκπροσώπων ελληνικής ομογένειας και φιλελλήνων, αξιοποίηση του δημιουργικού δυναμικού τους, με σκοπό την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού

συντονισμός ενεργειών με στόχο την υλοποίηση διαφόρων προγραμμάτων, που θα έχουν ως στόχο την ανάπτυξη του ελληνισμού στη Ρωσία και των ελληνορωσικών σχέσεων, ακόμη και σε επίπεδο απλών ανθρώπων αλλά και κοινωνικών οργανώσεων και φορέων

μετουσίωση του Κέντρου σε ζωντανό οργανισμό-εστία προσέλκυσης ιδεών και προγραμμάτων που συμβάλλουν τη διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού στα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού

διατήρηση στενών σχέσεων με την Ελλάδα, στα πλαίσια, πάντα, της δραστηριότητάς του

Εν συνάδει με τα ανωτέρω , το έργο του κέντρου έγκειται, μεταξύ άλλων, σε:

Διεξαγωγή πολιτιστικών και επιμορφωτικών εκδηλώσεων, με αντικείμενο τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού μέσω της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, της λογοτεχνίας, της ιστορίας, χορών, μουσικής κ.α., καθώς και οργάνωση, ή συμβολή στην οργάνωση, διεθνών επιστημονικών συνεδρίων με συμμετοχή μελετητών και ερευνητών από τη Ρωσία, την Ελλάδα, τις χώρες ΚΑΚ και λοιπές χώρες, δημοσίευση βιβλίων κ.α.

Δημιουργία εν ενεργεία υποδομής και βάσης δεδομένων, όπως βιβλιοθήκης, ταινιοθήκης, μουσικού αρχείου κ.λπ.

Συνεχής ανταλλαγή εμπειριών, ιδεών και σχεδίων στους κόλπους της ομογένειας και των φιλελλήνων, συμπεριλαμβανομένων τακτικών συναντήσεων, αφιερωμένων σε επετείους, ιστορικά γεγονότα, διαλέξεων, κύκλων διαλέξεων κ.λπ.

Σύναψη και ανάπτυξη σχέσεων με πολιτιστικά κέντρα τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες του εξωτερικού, με στόχο το συντονισμό ενεργειών για την προώθηση κοινών συμφερόντων, υλοποίηση κοινών προγραμμάτων, από κοινού οργάνωση εκδηλώσεων κ.α.

Παροχή υλικής βοήθειας σε εκπροσώπους της ομογένειας, που χρήζουν αυτής.

Προσέλκυση κεφαλαίων για την οικονομική ενίσχυση προγραμμάτων που σχετίζονται με την υλοποίηση των ως άνω στόχων.

Διευθύντρια και ψυχή του  Κ.Ε.Π. είναι η κυρία Θεοδώρα Γιαννίτση

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το 1989 ήρθε στη Μόσχα για σπουδές. Το 1995 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα του Κρατικού Πανεπιστημίου Μόσχας Lomonosov. Το 2000 υποστήριξε διδακτορική διατριβή με θέμα: “Ο ελληνικός κόσμος της περιόδου από τα τέλη του 18ου αι. έως τις αρχές του 20ου αι. μέσα από τις ρωσικές πηγές (αναφορικά με τη μελέτη της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων)”. Στη συνέχεια (2002 και 2005) εξέδωσε βιβλίο, που βασίστηκε στη διατριβή της. Το 2003 αποφοίτησε από τη Σχολή Υποκριτικής Τέχνης της Ρωσικής Ακαδημίας Θεατρικής Τέχνης (GITIS). Από τον Απρίλιο του 1995 εργάζεται στο Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (Ο.Ε.Υ.) της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Μόσχα.

Η δράση του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού με έδρα τη Μόσχα υπό το πρίσμα της συμπλήρωσης των 180 ετών της σύναψης διπλωματικών σχέσεων

 Ελλάδος – Ρωσίας: ανάγκη και νομοτέλεια.

Ελλάδα και Ρωσία, Έλληνες και Ρώσοι, δύο λαοί, δύο ιστορίες, δύο πορείες στο χώρο και το χρόνο που συχνά διαπλέκονται, ενίοτε δε ταυτίζονται.

Βυζάντιο, χριστιανισμός, μεσαίωνας, Έλληνες λόγιοι και αγιογράφοι στη Ρωσία, ίδρυση το 1687 της Σλαβο-Ελληνο-Λατινικής Ακαδημίας στη Μόσχα από τους αδελφούς Λιχούδη, 18ος αι., Ρώσο-Τουρκικοί πόλεμοι, μεταναστευτικό κύμα Ελλήνων προς τη Ρωσία, ίδρυση ελληνικών κοινοτήτων στη Νότια κυρίως Ρωσία, δραστήρια συμμετοχή της ρωσικής διπλωματίας στην υπόθεση λύσης του Ελληνικού Ζητήματος, αυτά όλα αποτελούν ορισμένα μόνο παραδείγματα διασταύρωσης της ιστορικής πορείας των δύο λαών. Στα τέλη του 18ου αι. Και κυρίως κατά τον 19ο αι. οι ελληνορωσικές σχέσεις και η ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού στη Ρωσία αποκτούν  νέα δυναμική, πράγμα στο οποίο συμβάλλει η ενίσχυση των ελληνικών κοινοτήτων στη νότια, κυρίως, επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η προστασία και τα προνόμια που αυτές χαίρουν εκ μέρους των ρωσικών Αρχών και το ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον της ρωσικής κοινής γνώμης απέναντι στα ελληνικά δρώμενα.

Ο ελληνικός πληθυσμός, αξιοποιώντας τα προνόμια, που του παραχωρούν οι ρωσικές Αρχές, μετουσιώνεται σε ένα αναπόσπαστο δυναμικό στοιχείο της κοινωνικο-πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι ελληνικές κοινότητες αναπτύσσουν έντονη κοινωνική, φιλανθρωπική, εκπαιδευτική, και πολιτιστική δράση, η οποια δεν περιορίσεται μόνο στην επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αλλά επεκτείνεται και στον ελληνικό χώρο, στη δε Ρωσία λειτουργούν ελληνικά σχολεία, ελληνικά σωματεία, εκδίδεται περιοδικός τύπος και βιβλία  στην ελληνική γλώσσα.

Σε αυτό το σημείο θα επιθυμούσα να αναφέρω ένα παράδειγμα από τη δράση της ελληνικής κοινότητας της Οδησσού, με επικεφαλής τον γνωστό έμπορα της εποχής Θεόδωρο Ροδοκανάκη, η οποία, κατά τη διάρκεια της επανάστασης στην Κρήτη της περιόδου 1866-1869, δημιούργησε μία επιτροπή αλληλεγγύης προς τη Μεγαλόνησο, διεξήγαγε εράνους και, με την αρωγή και σύμπραξη της ρωσικής κυβέρνησης, συγκέντρωνε κεφάλαια για την ενίσχυση του αγώνα των Κρητικών. Ο δε Θεόδωρος Ροδοκανάκης, με δικά του πλοία, μετέφερε ανιδιοτελώς στο νησί επισιτιστική βοήθεια. Επιτροπές αλληλεγγύης, μάλιστα, λειτούργησαν σε αρκετές πόλεις της Ρωσίας. Σε αυτές μετείχαν όχι μόνο Έλληνες αλλά και Φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων ο γνωστός Ρώσος ζωγράφος Αϊβαζόφσκι, ο οποίος δημοπράτησε μερικούς πίνακές του και τα έσοδα τα διοχέτευσε στον αγώνα της Κρήτης για την ανεξαρτησία της.  Οι δυσκολίες της σοβιετικής περιόδου – περίοδος εκκαθαρίσεων, αποτελούν τραγική, αναμφίβολα, δοκιμασία για τον Ελληνισμό της Ρωσίας- ο οποίος, παρά ταύτα, κατορθώνει να διατηρήσει την ταυτότητά του.

Παράλληλα, ιδίως από το δεύτερο ήμισυ του 20ου αι., αναπτύσσεται στη Ρωσία μία ολόκληρη σχολή ελληνιστών και έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σε αυτό το Συνέδριο ορισμένους από αυτούς, όπως οι ακαδημαϊκοί κ.κ. Αρς, Μεντβέντεβ, Πριάχιν, καθώς επίσης στη ρωσική μέση εκπαίδευση δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην αρχαιοελληνική κυρίως ιστορία.

Πριν ακριβώς τρία χρόνια, με πρωτοβουλία και στήριξη μία ολιγόριθμης ομάδας ομογενών επιχειρηματιών της Ρωσίας ιδρύεται στη Μόσχα το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού που έχει ως στόχους τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη ρωσική πρωτεύουσα, την ενίσχη των ελληνορωσικών πολιτιστικών σχέσεων και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, Ελλήνων και Φιλελλήνων, όλων αυτών που με την δραστηριότητά του (επαγγελματική και όχι απαραίτητα), συμβάλλουν στην ελληνορωσική σύμπραξη.

Τα προγράμματα του Κέντρου, που διεξάγονται σε ανιδιοτελή για το κοινό βάση, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, στα τακτικά και τα μεμονωμένα.

Στα τακτικά συμπεριλαμβάνονται η διδασκαλία της ελληνική γλώσσας, διαλέξεις ελληνικής ιστορίας, μαθήματα χορού και λειτουργία χορωδίας.

Στα μεμονωμένα συμπεριλαμβάνονται διαφόρου τύπου εκδηλώσεις, όπως παρουσιάσεις βιβλίων, προβολές ελληνικού κινηματογράφου, εκδηλώσεις αφιερωμένες στις ελληνικές επετείους, διάφοροι κύκλοι διαλέξεων αρχαιολογικού και λογοτεχνικού χαρακτήρα, εκθέσεις βιβλίων, εκθέσεις ζωγραφικής, διοργάνωση στρογγυλών τραπεζιών, ημερίδων και συνεδρίων, συναυλίες, έκδοση βιβλίων, έκδοση εγχειριδίου νεοελληνικής γλώσσας για ρωσόφωνους, παραγωγή ντοκιμαντές για τη ζωή και το έργο βετεράνων του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου ελληνικής καταγωγής κ.α. Επιτρέψτε μου να επισημάνω την έκθεση στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, αφιερωμένη στα 180 της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, που συνοδεύτηκε και από επιστημονική ημερίδα, συναυλία Ελλήνων νεαρών ταλαντούχων μουσικών που ολοκλήρωσαν σπουδές στη Μόσχα, έκθεση ζωγραφικής νεαρών Ελληνίδων και Κυπρίων ζωγράφων, αποφοίτων της σχολής καλών τεχνών «Σούρικωφ» της Μόσχας, έκθεση ζωγραφικής, στην οποία εκτέθησαν έργα 16 Ρώσων ζωγράφων, οι οποίοι το καλοκαίρι του 2006, στα πλαίσια προγράμματος της UNESCO, επισκέφθηκαν τη Χάρα μας και την απαθανάτισαν, συναυλία μουσικής με έργα Ελλήνων συνθετών στα ανάκτορα ΤΣΑΡΙΤΣΙΝΟ της Μόσχας κ.α.

Αυτό, ωστόσο, που θα επιθυμούσα να τονίσω είναι ο άμεσος, αβίαστος, ειλικρινής, ανιδιοτελής τρόπος που το ρωσικό κοινό προσέγγισε το Κέντρο μας.

Μέσα σε διάστημα 20 ημερών από την έναρξη λειτουργίας του Κέντρου το Νοέμβριο του 2005 περί τα 120 άτομα εκδήλωσαν την επιθυμία να διδαχθούν την ελληνική γλώσσα. Σε λίγους μήνες ο αριθμός αυτός είχε ανέβει στα 200 άτομα.

Το δεύτερο έτος λειτουργία του Κ.Ε.Π. την ελληνική διδάχθηκαν περί τα 300 άτομα,

Το τρίτο έτος (την απελθούσα ακαδημαϊκή) χρονιά 650 άτομα, ενώ αυτή τη στιγμή ξεκινάμε με 550 νέους πρωτοετείς μαθητές και άλλους 300 που απαρτίζουν το 2ο,  , 3ο και 4ο έτος. Ολοένα και περισσότεροι μαθητές εγγράφονται στα μαθήματα χορού και τη χορωδία, το Κέντρο επισκέπτεται καθημερινά κοινό είτε για να δανειστεί βιβλία στην ελληνική από τη βιβλιοθήκη μας, ελληνικές ταινίες και μουσική από την ταινιοθήκη και το μουσικό μας αρχείο, στις εκδηλώσεις του Κέντρου οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει φιλίες και διαπροσωπικές σχέσεις, ουσιαστικά, δηλαδή, το Κέντρο κατέστη σε μία εστία, γύρω από την οποία άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με κοινό ενδιαφέρον, με κοινό γνώμονα τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική γλώσσα, την ελληνική τέχνη, την ελληνική ιστορία, με κοινό αντικείμενο την Ελλάδα μέσα στους αιώνες. Για άλλη μια φορά επισημαίνω τον αβίαστο τρόπο προσέγγισης του Κέντρου και το υψηλο ποσοστό συμμετοχής, αυθόρμητης συμμετοχής, και σύμπραξης του κοινού στις εκδηλώσεις του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε ότι η σύσταση και λειτουργία του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού ανταποκρίνεται σε ανάγκη της σημερινής ρωσικής κοινωνίας που αφορά ενδιαφέρον για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της, αλλά και νομοτέλεια της δυναμικής και εξέλιξης στις σχέσεις των δύο λαών.

Και επιτρέψτε μου να τελειώσω με ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Αλεξάντρ Μιλιουκώφ, Ρώσου περιηγητή του δεύτερου ήμισυ του 19ου αι., ο οποίος επισκέφθηκε τη Χώρα μας. Πρόκειται για το 1857, περίοδο μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, όταν η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας όλο και περισσότερο προσανατολίζεται προς τη Δύση, ενώ η επιρροή της Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή είναι αποδυναμωμένη. Ο Μιλιουκώφ αναφέρει ότι κατά τον περίπατό του στους πρόποδες της Ακρόπολης και συνοδευόμενος από έναν Έλληνα γνωστό του, με τον οποίο επικοινωνούσε στη γαλλική, συνάντησε έναν ηλικιωμένο Έλληνα βοσκό. Ο βοσκός, στην αρχή, νόμισε ότι ο ξένος περιηγητής είναι Γερμανός, αφού, όμως, έμαθε ότι πρόκειται για Ρώσο “το συνοφρυωμένο πρόσωπο του γέροντα φωτίστηκε. –Ρώσος! – είπε ο γέρος τοποθετώντας το χέρι στην καρδιά, – κάθισε, κάθισε! Οι Ρώσοι είναι προσκεκλημένοι μας! Οι Ρώσοι είναι αδέρφια μας!”

Νομίζω ότι αυτά τα λόγια του Έλληνα βοσκού χαρακτηρίζουν με το βέλτιστο τρόπο τις σχέσεις των δύο λαών διαχρονικά, πρωτίστως σε διαπροσωπικό επίπεδο, σε επίπεδο απλών ανθρώπων, ανεξαρτήτως πολιτικών συγκυριών, ισορροπιών και σκοπιμοτήτων.

Θεοδώρα Γιαννίτση,

διδάκτωρ ιστορικών επιστημών Κρατικού Πανεπιστημίου Μόσχας «Lomonosov»,

διευθύντρια Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού Μόσχας