ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΣΤΟΥΚΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΑΓΜΕΝΟ. ΠΟΥ ΝΑ’ ΞΕΡΕ ΤΙ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ…

by on 25 Δεκεμβρίου 2017

Μη τρομάζετε…δεν αναφέρομαι σε Τουρκικά με Ελληνικά αεροπλάνα. Είναι Άνοιξη του 1941, εποχή πολέμου…

Τότε, στο λιμανάκι της νήσου Πρώτη, στη Βουρλιά, ήταν αραγμένο ένα εμπορικό πλοίο και οι Γερμανοί προφανώς ήθελαν να το βομβαρδίσουν. Οι σύμμαχοι, για να το προστατεύσουν, έστειλαν αεροπλάνο και ακριβώς πάνω από τη νήσο Πρώτη έγινε αερομαχία…

Την αερομαχία παρακολουθούσαμε εγώ και ο πατέρας μου από τον παραλιακό αγρό μας, βγάζοντας πατατούλες από το χώμα για το φαγητό μας…

Στην αερομαχία αυτή το συμμαχικό αεροπλάνο έπληξε το Γερμανικό τύπου ΣΤΟΥΚΑΣ, το οποίο έχασε τα καύσιμά του και η βουή του έσβησε σιγά σιγά μέχρι που έπαψε να βουίζει τη στιγμή που ακούμπησε στο έδαφος.

Προσγειώθηκε στο λόγγο των Κοκκεβαίων (σήμερα Costa Navarino). Έκανε ένα διάδρομο μέσα στο λόγγο περίπου ένα χιλιόμετρο, φτάνοντας στα χωράφια του Γεωργίου Παπαδημητρίου, φαρμακοποιού Γαργαλιάνων. Σύνορο με τα χωράφια αυτά τότε ήταν τα σταφιδοχώραφα των Σιναναίων και λοιπών. Στη γειτονιά μας…

Ο διάδρομος αυτός υπήρχε για 3-4 χρόνια μετά μέσα στο λόγγο.

Πρώτοι τρέξαμε εκεί τα ξαδέλφια του πατέρα μου και ο ανιψιός του, Ντίνος Γεωργιόπουλος. Ήταν τη στιγμή που ο αεροπόρος και ο συνοδός του είχαν κατέβει από το σκάφος και άνοιγαν το χάρτη. Οι μεγαλύτεροι από εμάς κρατούσαν, χωρίς να σκεφτούν, το εργαλείο της δουλειάς τους, τη φαλτσέτα, ήταν εποχή χαρακώματος. Οι Γερμανοί πρότειναν τα περίστροφα τους και μαζί έκαναν νόημα να πετάξουν τις φαλτσέτες, πράγμα που έγινε αμέσως και μας κάλεσαν κοντά τους.

Ήθελαν να τους δείξουμε που είχε εκεί κοντά τηλέφωνο. Δείξανε οι δικοί μας το Κορυφάσιο και του Ρωμανού, τα πιο κοντινά χωριά…

Ήταν μια, πέρα για πέρα, ανθρώπινη στιγμή…

Εκείνη την ώρα, οι Γερμανοί δεν ήταν οι εχθροί

ούτε εμείς οι άνθρωποι σκλάβοι, έτοιμοι να κάνουμε το πατριωτικό μας καθήκον…

Οι Γερμανοί ετοίμασαν τους σάκους τους,

κλείδωσαν το ΣΤΟΥΚΑΣ, μας χαιρέτησαν κι έφυγαν…

Από εκεί και πέρα όμως άρχισε μια μεγάλη περιπέτεια, την οποία φίλοι μου, θα σας διηγηθώ στην επόμενη επικοινωνία μας!

Εν κατακλείδι αυτό που έχω να σας πω για τώρα είναι πως κάθε φορά που κάθομαι να γράψω θυμούμενος τα παλιά γράφω και σας μεταφέρω πάντα αληθινές καταστάσεις όπως εγώ τις έζησα και τις βίωσα, με μοναδικό σκοπό να δώσω καθαρές εικόνες χωρίς φτιασιδώματα πάρα μόνο την αλήθεια…

Συνεχίζεται…

ΑΕΡΟΜΑΧΙΑ ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΠΡΩΤΗ ΤΩΝ ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΩΝ ΤΟ 1941

Το ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΣΤΟΥΚΑΣ στο χωράφι του Παπαγεωργίου αραγμένο. Που να’ ξερε τι το περιμένει.
Ξένο χωράφι διάλεξε, κακό του κεφαλιού του…

Μετά από 5-6 μέρες ήρθανε καμιά δωδεκαριά Γερμανοί με δύο φορτηγά για να πάρουν τον οπλισμό. Πρώτα έβγαλαν τον επικρουστήρα της βόμβας (250άρα είπαν πως ήταν) και επί πολύ ώρα έριχναν με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά. Ντουφέκιζαν τη θάλασσα, ριπές η μια μετά την άλλη.

Οι μόνες ντουφεκιές που δεν έπεφταν επάνω σε κορμιά ανθρώπων. Σήμερα στον ίδιο σχεδόν τόπο, στο COSTA NAVARINO, κάτι Σαββατόβραδα πέφτει τουφεκίδι, αλλά για γάμους ή βαπτίσεις.

Μετά το τουφεκίδι ήλθαν στα δύο κολλητά σταφιδοσπιτάκια, τα Σινανέικα, για να φάνε –να περιδρομιάσουνε, που έλεγε η γιαγιά Ελένη ή Γρηγόραινα. Έδιναν στις γυναίκες εφόδια και τις διέταζαν να τα μαγειρέψουν. Ήρθαν και ζήτησαν τραπεζαρία κάτω από τις δυο μαυροσυκιές μας. Έβαλαν φωτιά οι γυναίκες στα δυο φογώνια (ήταν δύο θέσεις πλάι-πλάι και για να στηρίζεται η κατσαρόλα ή η πήλινη παδέλα είχαν στεφάνια από βαρέλια). Ήρθαν εκεί στους πεινασμένους να κάνουν μάθημα πως να τρώγουν, όταν αλλάξουνε τα πράγματα κι έχουμε κι εμείς φαΐ. Άρχισαν τα τσιμπολογήματα πριν γίνει το φαγητό τους, αυτοί και τα σκυλιά μας, που είχαμε 4-5.

Γύρω–γύρω εμείς τα οκτώ πεινασμένα παιδιά 6 έως 12 ετών και η θεία Ελένη πιο πέρα σ΄ ένα σκαμνί καθισμένη γρύλιζε συνέχεια όπως το σκυλί του νοικοκύρη όταν έρχεται ξένος και εμποδίζεται να γαυγίσει. Έτσι μουρμουρογρύλιζε η γιαγιά. Κι όταν ερχόταν το φαγητό τους έδιναν «ρεσιτάλ ανθρωπιάς» χαχανίζοντας. Κρατούσαν επιδεικτικά το ψωμί ψηλά και τα πεινασμένα τετράποδα σκυλιά μας πήδαγαν για να τα αρπάξουν. Και αυτοί γελούσαν και διασκέδαζαν με την πείνα μας. Ένα απ΄ αυτά τα πεινασμένα παιδιά ήμουν και γω. Αισθάνομαι ακόμα την αγωνία του πεινασμένου να μετράω τις μπουκιές τους. Μασουλάγανε οι «παλικαράδες» μπροστά στα πεινασμένα παιδιά, στα άοπλα ελληνόπουλα. Με τα σκυλιά μας διασκέδαζαν τα δίποδα φασιστόμουτρα και αυτοί όλο και πετούσαν πιο ψηλά τα τρόφιμα και χαχάνιζαν με το σάλτο τους. Σε κάθε πέταγμα ψηλά τους φώναζαν ΕΝ, ΕΝ, ΕΝ που εμένα μου θύμιζε τα ΕΣ-ΕΣ.

Ούτε μια μπουκιά στα παιδιά ρεεεεεεέ;

Σήμερα που τα σκέφτομαι λέγω πως δεν ήταν μαρτύριο αυτό μπροστά σε όλα αυτά τα εγκλήματα που έκαναν. Αυτοί ξεκλήρισαν, έκαψαν χωριά ολόκληρα της πατρίδας μας, χιλιάδες Έλληνες πέσανε στο χώμα από τις σφαίρες τους.

Από εμάς φύγανε, με «μαέστρο» τη γιαγιά μου, να φωνάζει «στα τσακίδια, ξεκουμπιστείτε» και εμείς τα παιδιά σαν χορός στις τραγωδίες κάνοντας μαζί με την γιαγιά τις ίδιες ευχές «στα τσακίδια, γκρεμιστείτε, ξεκουμπιστείτε». Αυτοί έφυγαν λοιπόν, όμως το ΣΤΟΥΚΑΣ έμεινε με τη μη οπλισμένη πια βόμβα να καμαρώνει στο χωράφι του μπάρμπα Γιώργη…

Η συνέχεια στο επόμενο σημείωμα για την τύχη της βόμβας, του αεροπλάνου αλλά και των γειτόνων.

Συνεχίζεται…

Του Θεόδωρου Σινάνη – kalamatajournal

Be the first to comment!
 
Leave a reply »