ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

by on 13 July 2020

«Αριστούργημα!»… «Ανοσιούργημα!» … «Μνημειώδες!»… «Ελεεινό!»… «Υψηλό!»… «Χυδαίο!»… «Κωμικό!»… «Τραγικό!»… «Κωμικοτραγικό!»… «Φιλάνθρωπο!»… «Απάνθρωπο!»… «Υπεράνθρωπο!»… Μυριάδες λέξεις γράφτηκαν ήδη το 1932, όταν οι εμβρόντητοι αναγνώστες σαλπάρισαν γι’ αυτό το αναπάντεχο “Ταξίδι”, που άλλαξε τα τοπία της γλώσσας, της τέχνης, της ζωής! Μυριάδες γράφονται ακόμη, γιατί το ασύγκριτο μυθιστόρημα του Σελίν εξακολουθεί να μας συγκλονίζει, να μας μεταμορφώνει, να μας μετουσιώνει. Κανείς δεν επέστρεψε, κανείς δεν θα επιστρέψει αλώβητος από την «άκρη της νύχτας». (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το “Ταξίδι στην άκρη της νύχτας” εκδόθηκε το 1932, προκαλώντας από την πρώτη στιγμή ατμόσφαιρα μυστηρίου και αντιπαραθέσεων. Ο συγγραφέας, που αυτοπαρουσιαζόταν ως Σελίν, ήταν άγνωστος. Το λεξιλόγιο ήταν ένα παράδοξο μείγμα νεολογισμών, ιατρικών όρων και αργκό, συχνά ιδιαίτερα τραχύ. Ο τόνος ταίριαζε στους εργάτες, τους ταξιτζήδες, τα αποβράσματα. Κι όμως, τι παράδοξο! Η μεγαλοφυής οικονομία της ιδιότυπης γλώσσας, η σπάνια ποίηση που λάνθανε στο “λαϊκό”, βάναυσο ιδίωμα, το στακάτο της στίξης -όχημα ενός ασφυκτικού αισθήματος του επείγοντος-, η ελευθερία και η ωμότητα του ύφους συνέθεταν ένα αριστούργημα. Η πλοκή ταξίδευε από την εμπόλεμη Γαλλία -το μέτωπο και τα νοσοκομεία στα μετόπισθεν- σε μια αφρικανική αποικία του Ισημερινού, από εκεί σε ένα αμερικανικό εργοστάσιο αυτοκινήτων και τέλος, σε διάφορα προλεταριακά milieux γύρω από το Παρίσι. Συνδετικός ιστός ήταν ο Μπαρνταμί, ο αφηγητής, και η λυσσαλέα κριτική του, που δεν χαριζόταν σε τίποτα και πάνω απ’ όλα στον εαυτό του.


Το μυθιστόρημα, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε τις πιο ακραίες αντιδράσεις. Ο Leon Daudet -γιος του Αλφόνσου και αρχισυντάκτης του εθνικιστικού περιοδικού “Action Francaise”- κουρασμένος από την “εκθηλυμένη και γλυκερή” παραγωγή του Προυστ και των επιγόνων του, παρουσιάζει το βιβλίο με τη φράση: “Ο κύριος Σελίν πρόκειται να απελευθερώσει τη γενιά του” και πασχίζει με όλες τις δυνάμεις του να του εξασφαλίσει το βραβείο Γκονκούρ. Τις προσπάθειές του σιγοντάρει το υμνητικό άρθρο του George Altmann στη “Monde”. Ανεπίσημα, η κριτική επιτροπή αφήνει να διαρρεύσει ότι το βραβείο θα δοθεί στον Σελίν, όμως μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής στερεί τον συγγραφέα από την επίσημη αναγνώριση το βραβείο πηγαίνει στον εντελώς λησμονημένο σήμερα Guy Mazeline για το μυθιστόρημά του “Οι λύκοι” και την απογοήτευση για την “αδικία” συμμερίζονται παραδόξως ο Jean Freville από τις σελίδες της “Humanite” και ο Georges Bernanos από τη “Figaro”.


Το “Ταξίδι”, ωστόσο, δεν έμεινε χωρίς περγαμηνές, αφού αντί του Goncourt, απέσπασε το βραβείο Renaudot. Και βέβαια η απονομή του Goncourt στον Σελίν θα ήταν μια υπέρβαση μάλλον αδύνατη, μια “βλασφημία” που δύσκολα θα ανεχόταν το γαλλικό πνευματικό κατεστημένο. Κάθε σελίδα του “Ταξιδιού” ήτανε και μια πρόκληση στα μικροαστικά ήθη της εποχής και στην ενδοσκοπική, εσωστρεφή, ξέχειλη από “καλά αισθήματα”, λογοτεχνία της. “Το “Ταξίδι” ανήκει οπωσδήποτε στη λογοτεχνία του σκουπιδοντενεκέ. Στην πυρά, στην πυρά, στην πυρά!” ωρυόταν από τις σελίδες της επιθεώρησής του “Les Marges” ο συγγραφέας Eugene Monfort (αλήθεια, ποιος τον θυμάται σήμερα;). Στους αντίποδες, ο οραματιστής καθολικός Ζορζ Μπερνανός δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή ότι το “τερατώδες” μυθιστόρημα του Σελίν θα ασκούσε τρομερή επίδραση στο μέλλον. “Το αν αυτή η μεγαλειώδης ποιητική χειρονομία δεν γίνει αντιληπτή από τους συγχρόνους μου, ποσώς με ενδιαφέρει”, γράφει στη “Figaro”. “Επιχειρώ απλώς να υπολογίσω τη δύναμη και τον αντίκτυπό της: ήδη τα αισθανόμαστε σαν μια υπόγεια δόνηση που κλονίζει πολλά ψεύδη και μαραίνει τις σφετερισμένες δάφνες”. (Κατερίνα Σχινά, Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 9/11/2007)

politeianet.gr

Λουί-Φερντινάν Σελίν – Louis-Ferdinand Céline

Ο Λουί Φερντινάν Σελίν (Louis-Ferdinand Céline, 27 Μαΐου 1894 – 1 Ιουλίου 1961) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, φυλλαδιογράφος και ιατρός. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Λουί Φερντινάν Ντετούς (Louis Ferdinand Destouches). Το όνομα Σελίν ήταν το μικρό όνομα της γιαγιάς του. Ο Λουί Φερντινάν Σελίν δημιούργησε ένα νέο ύφος γραφής που εκσυγχρόνισε τη γαλλική λογοτεχνία. Μέχρι σήμερα παραμένει αμφιλεγόμενη προσωπικότητα λόγω του παθιασμένου αντισημιτισμού και ρατσισμού του.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Κουρμπβουά το 1894. Το 1912, για να αντιδράσει στους γονείς του, κατατάχτηκε εθελοντικά στο πεζικό, όπου τον πρόλαβε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Τον Οκτώβριο του 1914 τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε.

Τον Μάρτιο του 1915 στάλθηκε στο Λονδίνο στα γαλλικά γραφεία διαβατηρίων. Στο Λονδίνο γνώρισε την πρώτη του σύζυγο Σουζάν Νεμπού από την οποία πήρε διαζύγιο ένα χρόνο μετά. Όσο ήταν στο Λονδίνο η κατάσταση του τραυματισμένου χεριού του επιδεινώθηκε, καθιστώντας τον ακατάλληλο να συμμετέχει στον στρατό πλέον, οπότε και αποστρατεύτηκε.

23333333333333Το 1916 στάλθηκε στο Καμερούν ως εκπρόσωπος της εταιρείας που εργαζόταν και επέστρεψε στη Γαλλία το 1917. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιατρική της Ρεν το 1919 και παντρεύτηκε την Εντίθ Φολέ, κόρη του προέδρου του τμήματος της ιατρικής.

Αφού τελείωσε τις σπουδές του στην ιατρική, συμμετείχε για λογαριασμό της Κοινωνίας των Εθνών σε υγειονολογικές αποστολές στην Αμερική, την Αφρική και την Ευρώπη προτού εγκατασταθεί στο Παρίσι ως γιατρός.

Ο Σελίν με την ιδιότυπη, σχεδόν παραληρηματική, αντιακαδημαϊκή γλώσσα του έγινε διάσημος με το “Ταξίδι στην άκρη της νύχτας” (1932)[5], προκαλώντας από την πρώτη στιγμή ατμόσφαιρα μυστηρίου και αντιπαραθέσεων. Εννέα ακόμα μυθιστορήματα (“Θάνατος με δόσεις”, “Μακελειό”, “Από τον έναν πύργο ο άλλος”, “Βορράς”, κ.ά.) επισφράγησαν την ιδιοφυή καινοτομία του.

Η αντισημιτική και φιλοναζιστική στάση του τον ανάγκασε να καταφύγει το 1944 στη Γερμανία και εν συνεχεία στην Κοπεγχάγη, όπου φυλακίστηκε για ένα διάστημα και όπου παρέμεινε για μία εξαετία, εν αναμονή της δίκης του στη Γαλλία για Εσχάτη προδοσία.

Ο Σελίν συνέταξε και εξέδωσε τρεις αντισημιτικούς λιβέλους (1937, 1938 και 1941), που του κόστισαν τη δίκη του, στις 15 Δεκεμβρίου του 1949. Τελικά, στις 21 Φεβρουαρίου του 1950 ο Σελίν καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, 50.000 φράγκα πρόστιμο, κατάσχεση της μισής του περιουσίας και εθνική ατίμωση.

Το 1951 αμνηστεύτηκε και αποσύρθηκε στο παρισινό προάστιο Μεντόν, συνεχίζοντας να συγγράφει έως το θάνατό του, το 1961. Το ύφος του Σελίν, άμεσο και σαγηνευτικό, βρήκε δεκάδες μιμητές. Ανάμεσά τους ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ζαν Ζενέ, ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο Κουρτ Βόνεγκατ και άλλοι.