ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ ΜΗΝΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ 28 ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΤΑΙΠΕΔ.

by on 31 Ιανουαρίου 2014

Να διερευνηθεί εάν έχει διαπραχθεί το αδίκημα της απιστίας από την ταυτόχρονη πώληση και μίσθωση των 28 ακινήτων από το ΤΑΙΠΕΔ, μεταξύ των οποίων και το κτίριο «Κεράνη» που προορίζεται για τη μεταστέγαση των δικαστηρίων Πειραιά, ζητούν σε μηνυτήρια αναφορά τους, που κατέθεσαν χθες στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η Επιτροπή Αγώνα κατά της Μεταστέγασης των Δικαστηρίων Πειραιά.

 Παράλληλα στη μηνυτήρια αναφορά τους (την οποία κατέθεσαν οι δικηγόροι του Πειραιά και εκπρόσωποι της Επιτροπής Αγώνα, Ευάγγελος Τσουρούλης, Ιωάννης Καρδαράς και Ιωάννης Βρέλλος) ζητείται η διερεύνηση τυχόν ευθυνών όσων συμμετείχαν και εξακολουθούν να συμμετέχουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στην αναδιαρρύθμιση του κτιρίου, καθώς και εκείνων που δίνουν εντολές και συνεχίζουν τις εργασίες με κοστολόγιο άνω του ενός εκατ. ευρώ.

 Η επιτροπή επικαλείται απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία αρνήθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ να επιτρέψει την υπογραφή των σχεδιαζόμενων συμβάσεων πώλησης και επαναμίσθωσης των ακινήτων διότι τις έκρινε «αδιαφανείς και μη αποδεικνυόμενες ως συμφέρουσες» για το Δημόσιο.

 Τη μηνυτήρια αναφορά παρέλαβε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και αναμένεται αφού πρώτα μελετηθεί στη συνέχεια να χρεωθεί σε αρμόδιο εισαγγελέα. Να σημειωθεί ότι η υπόθεση με τη μεταστέγαση των δικαστηρίων του Πειραιά στο κτίριο του «Κεράνη», στην οδό Θηβών στον Δήμο Νίκαιας, απασχολεί εδώ και μήνες κατοίκους, φορείς, βουλευτές, δημάρχους, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις τους καθώς είναι αντίθετοι σε αυτή τη μεταφορά.

 Η μεταφορά είναι ακόμα σε εκκρεμότητα, αν και, όπως έχει δηλώσει πολλές φορές ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαρ. Αθανασίου, οι δικαστικές υπηρεσίες του Πειραιά θα μεταστεγαστούν οπωσδήποτε στο κτίριο του «Κεράνη» και μάλιστα, όπως έχει υπογραμμίσει, έχει και τη σύμφωνη γνώμη του πρωθυπουργού.

 Αντίθετα ο δήμαρχος της πόλης, Βασίλης Μιχαλολιάκος, υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια δεν πρόκειται να φύγουν από τον Πειραιά, παραπέμποντας και αυτός στον πρωθυπουργό ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση.

Εφημερίδα των Συντακτών

http://www.efsyn.gr/?p=170523

Σχόλιο αναγνώστη

 

comments
 
Leave a reply »

 
  • KL
    13 Απριλίου 2014 at 10:53

    Η ΚΥΠ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΝ ΤΣΙΠΡΑ;

    Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, έδωσε στο περιοδικό UNFOLLOW (τεύχος Απριλίου) μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στους δημοσιογράφους Αυγουστίνο Ζενάκο και Λευτέρη Χαραλαμπόπουλο.Η συνέντευξη όπως παρουσιάζεται από το περιοδικό έχει τίτλο «Θα συγκρουστώ με τους τσιφλικάδες». Στην συνέντευξη ο Τσίπρας μιλάει για αρκετά θέματα, με όχι και τόσο συμβατικό τρόπο.
    Η συνέντευξη δεν απασχόλησε όπως ήταν αναμενόμενο τους Πρετεντέρηδες και ΣΙΑ, αλλά και ούτε και όσο θα περίμενε κανείς, τα μέσα τα οποία είναι φιλικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ.
    Προφανώς δηλαδή η συνέντευξη έγινε για να σταλούν κάποια μηνύματα σε «ορισμένους».
    Η μεγάλη είδηση που βγαίνει από τη συνέντευξη είναι πως ο Τσίπρας αφήνει σαφής υπαινιγμούς, πως παρακολουθείτε από την ΚΥΠ.
    Τις ίδιες αναφορές είχε κάνει, σύμφωνα με δημοσιεύματα, και σε κλειστή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ πριν λίγους μήνες. Πλέον οι αναφορές γίνονται δημόσια.
    Ο Τσίπρας δεν ρωτήθηκε για το θέμα αυτό αλλά μόνος του, οδήγησε την κουβέντα προς τα εκεί. Αν διαβάσει κανείς τις δύο ερωτοαπαντήσεις που υπάρχουν παρακάτω, είναι προφανές πως αφήνει σαφής υπαινιγμούς για τις παρακολουθήσεις, μιλώντας για αντίλαλους στις τηλεφωνικές συνομιλίες του, για το αν είναι σωστό να παρακολουθεί τους αντιπάλους σου και το τι κάνει κανείς με αυτό το μόρφωμα, αν βγεις στη Κυβέρνηση.
    Με τα όσα γίνανε με το σκάνδαλο των υποκλοπών επί κυβερνήσεως Καραμανλή είναι σχεδόν βέβαιο ότι παρακολουθήσεις γίνονται ακόμα και σήμερα.
    Φυσικά τα όσα λέει ο Τσίπρας στο τηλέφωνο ενδιαφέρουν πολλούς, εντός και εκτός Ελλάδος.
    Ο Τσίπρας βέβαια δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα με στοιχεία, αλλά είναι σχεδόν βέβαια ότι το επιτελείο του, θα έχει χρησιμοποιήσει την τεχνική της παραπληροφόρησης για να καταγράψει το πώς αντέδρασε το σύστημα και να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.
    Το ποιος είναι στην κεφαλή της ΕΥΠ είναι γνωστό.
    Αυτό που πέρασε απαρατήρητο είναι πως κατά την «εισβολή» του γιού Μπαλτάκου στην Βουλή, στο video που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, ο «εισβολέας» αποκαλεί τους ΧΑ πάνω από δέκα φορές «κολόμπατσοι»!!!
    Πριν λίγο καιρό σε ένα επεισόδιο με τον Καμίνη, όταν η προσωπική ασφάλεια του Καμίνη πήγε να σταματήσει τον βουλευτή της Χ.Α. Γερμενή, αυτός είχε πει τότε «αφήστε με είμαι της ΚΥΠ».
    Η μεγάλη παγίδα με την υπόθεση Μπαλτάκου είναι πως αν αποδεχθεί κανείς ως αληθή, τα όσα λέγονται στο video, θα πρέπει να αποδεχτεί ως αληθή και τα όσα video θα ακολουθήσουν στο μέλλον.
    Προφανώς ο Τσίπρας αντιλαμβάνεται πως τις επόμενες ημέρες πρόκειται, εν όψη των εκλογών, να κυκλοφορήσουν πολλές «συνομιλίες» και στέλνει τα μηνύματα του. Ο Τσίπρας γνωρίζει πως μπορεί να πάρει το 90% στις εκλογές και στην πράξη να μην μπορεί να ελέγχει τίποτα, αφού θα έχει όλο το σύστημα απέναντί του.
    Άλλο κυβέρνηση και άλλο πραγματική εξουσία. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά την εξουσία πάντα την έχουν οι γνωστοί «τσιφλικάδες».

    Το κείμενο των δύο ερωτήσεων και απαντήσεων σχετικά με την ΚΥΠ.

    ΕΡΩΤΗΣΗ:Δεν ελέγχετε την αστυνομία, τον στρατό, τις υπηρεσίες. Και, από ό,τι φαίνεται, δεν συντάσσονται μαζί σας. Πώς θα κυβερνήσετε χωρίς να τους ελέγχετε;
    ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Πιστεύω ότι αν εξαιρέσουμε κάποια τμήματα, όπου εκεί ενδεχομένως να υπάρχει πρόβλημα και με θύλακες νεοναζί και φασιστικούς, το υπόλοιπο σώμα, πιστεύω καταρχάς ότι έχει δημοκρατικούς ανθρώπους, οι οποίοι ευελπιστούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αλλάξει πολλά πράγματα στην Ελληνική Αστυνομία- Δεν θεωρώ συνολικά την αστυνομία εχθρικό σώμα. Αλλά να σας ρωτήσω κάτι; Αυτήν τη στιγμή έχουμε μια ΕΥΠ. Ξέρετε τι κάνει; Με τι ασχολείται;

    ΕΡΩΤΗΣΗ:Δυστυχώς ξέρουμε. Παρεμπιπτόντως, εσάς σας παρακολουθούν;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δεν ξέρω. Σήμερα διάβαζα ένα δημοσίευμα που έλεγε -δεν ξέρω κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα- ότι επιχείρησαν ανεπιτυχώς να παγιδεύσουν το σπίτι μου και ότι παρακολουθούν τις τηλεφωνικές μου συνδιαλέξεις. Επαναλαμβάνω ότι δεν ξέρω πόσο αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε μπορώ να μπω σε μια τέτοια λογική. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλές φορές τηλεφωνώ και ακούω έναν αντίλαλο. Πολλές φορές τηλεφωνώ ή δέχομαι ένα τηλεφώνημα και δεν μπορώ να ακούσω τον συνομιλητή μου, ακούω εγώ και δεν με ακούει ο άλλος. Ωστόσο δεν μπορώ να μπω σε μια συνωμοσιολογική αντίληψη και πρακτική. Και ούτε, αν θέλετε, θα μπω στη διαδικασία να κρύψω οτιδήποτε. Δεν είναι λογική μου να κρύψω κάτι, γιατί δεν έχω να κρύψω κάτι. Αυτό που με ανησυχεί, όμως, είναι ότι είμαι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δεν ξέρω τι κάνει η ΕΥΠ. Αν παρακολουθεί; Ποιους παρακολουθεί; Αν ανταποκρίνεται στο βασικό της καθήκον που είναι η υπηρεσία ευαίσθητων εθνικών δεδομένων. Αν παρακολουθεί υπηρεσίες ξένων χωρών που είναι εχθρικές προς την Ελλάδα. Φοβάμαι ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια ανεξέλεγκτη κατάσταση στην ΕΥΠ. Μια στροφή στα εσωτερικά της χώρας. Ανεξέλεγκτη κατάσταση την οποία την είχαμε επισημάνει πριν την κυβέρνηση Σαμαρά, δηλαδή προϋπήρχε, αλλά θεωρώ ότι επιδεινώνεται η κατάσταση διαρκώς. Και λέω, τι κάνεις λοιπόν με ένα τέτοιο μόρφωμα όταν έρχεσαι στην κυβέρνηση; Είναι ένα ερώτημα που μας έχει απασχολήσει πάρα πολύ. Τους κάνεις δικούς σου και τους βάζεις να παρακολουθούν τους αντιπάλους σου; Η το επανιδρύεις σε μια άλλη, τελείως διαφορετική βάση. Θέλω να επισημάνω ότι δεν αισθάνομαι ότι ο κίνδυνος για μια κυβέρνηση που θα έχει τη στήριξη του λαού θα υπάρξει μέσα από κινήσεις που θα γίνουν στα σώματα ασφαλείας ή το στρατό. Δεν πιστεύω στα σενάρια τα εμφυλιοπολεμικά. Δεν θεωρώ ότι αυτήν τη στιγμή στη χώρα η βασική διαχωριστική γραμμή έχει να κάνει με το με ποια πλευρά πολέμησαν οι παππούδες μας στον εμφύλιο.

    Υ.Σ. Αλέξη, η πείρα δείχνει, πώς αντίλαλο στην συνομιλία του ακούει κανείς, όταν καταγράφονται ταυτόχρονα και οι δύο συνομιλητές…

    Απάντηση

  • KL
    13 Οκτωβρίου 2014 at 09:12

    Βλέπεις τι γίνεται. Αστους να χοροπηδάνε. Το σχέδιο τους είναι όπως το έγραψα.

    Απάντηση

  • KL
    19 Οκτωβρίου 2014 at 15:18

    (ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ)

    Γνωμοδότηση

    Ι. Ιστορικό-τα ερωτήματα

    1. Ο Βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Β` Αθηνών κ. Δημήτρης Τσοβόλας καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ. στην παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία χρόνια.

    2. Ενόψει αυτών των δεδομένων μου τέθηκαν τα ακόλουθα ερωτήματα:

    α. Ποιές έννομες συνέπειες επιφέρει η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως προς τη βουλευτική ιδιότητα του κ. Δ. Τσοβόλα. Πιο συγκεκριμένα, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην παρεπόμενη αυτή ποινή που επιβλήθηκε με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου και την προβλεπόμενη στο άρθρο 55 παρ. 2 Συντ. αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα;
    β. Ποιό όργανο είναι αρμόδιο για τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης έκπτωσης βουλευτή, όταν αυτή επέρχεται κατά το άρθρο 55 παρ. 2 Συντ;
    γ. Ποιό είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο επέρχεται η αυτοδίκαιη έκπτωση;

    ΙΙ. ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    1. Κατά το άρθρο 55 του συντάγματος: «1. Για να εκλεγεί κανείς Βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής. 2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα».
    2. Από τα τρία προσόντα εκλογιμότητας που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 55 παρ. 1 Συντ. κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι το προσόν «της νόμιμης ικανότητας να εκλέγει», δηλαδή το εκλογικό δικαίωμα «για την ακρίβεια το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα (βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο- Τα όργανα του Κράτους, τευχ. α`, Το εκλογικό σώμα, 1981, και

    Ε. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού δικαίου Ι, 1991, σελ. 327 επ. 385).

    3. Κατά το εδάφιο β` της παρ. 3 του άρθρου 51 Συντ. «ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνον αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα».

    4. Άρα, το ποινικό δικαστήριο (τέτοιο είναι και το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος) μπορεί να επιβάλει ως συνέπεια ποινικής καταδίκης -και μόνο αφότου αυτή καταστεί αμετάκλητη- περιορισμό του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος.

    Άλλη επιφύλαξη υπέρ του νόμου δεν περιέχεται ούτε στο άρθρο 51 παρ. 3 ούτε στο άρθρο 55 Συντ. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης (στην προκειμένη περίπτωση ο κοινός ποινικός νομοθέτης) δεν μπορεί να προβλέψει ή να επιβάλλει περιορισμό του ενεργητικού και κατ` επέκταση του παθητικού εκλογικού δικαιώματος άλλον (ευρύτερο ή βαρύτερο) από αυτόν που προβλέπει το εδάφιο β` της παρ. 3 του άρθρου 51 Συντ. (βλ. Γ. Παπαδημητρίου, ό.π. και Ε.Β. Βενιζέλο, ο.π.).

    5. Είναι, επομένως, προφανές ότι η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όταν απαγγέλλεται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου συνιστά περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος κατά την έννοια που ο όρος αυτός έχει στο άρθρο 51 παρ. 3 εδ. γ` Συντ.

    6. Κατά τον τρόπο αυτό επέρχεται στέρηση του ενός από τα τρία προσόντα της εκλογιμότητας (δηλαδή: του παθητικού εκλογικού δικαιώματος) που προβλέπονται στο άρθρο 55 παρ. 1 Συντ. Η στέρηση αυτή έχει ως περαιτέρω συνέπεια την αυτοδίκαιη έκπτωση του Βουλευτή από το Βουλευτικό αξίωμα.

    7. Είναι άρα σαφές ότι η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων δεν ταυτίζεται με την αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, αλλά γεννά λόγο αυτοδίκαιης έκπτωσης.

    8. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα: ποιό όργανο και με ποια διαδικασία θα κρίνει και θα διαπιστώσει την τυχόν συνδρομή του λόγου (ή των λόγων) αυτοδίκαιης έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα.

    Πρέπει, μάλιστα, να διευκρινισθεί ότι το γεγονός πως μία έννομη συνέπεια (όπως η έκπτωση) επέρχεται αυτοδικαίως δεν σημαίνει ότι δεν μεσολαβεί στάδιο κρίσης για τη συνδρομή των αναγκαίων νομίμων προϋποθέσεων. Το αντίθετο. Στο πεδίο του δημοσίου δικαίου είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο να επέρχονται απευθείας από το νόμο διάφορες συνέπειες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «αυτοδίκαιες» (π.χ. αυτοδίκαιη ένταξη των διδακτόρων επιμελητών, βοηθών και επιστημονικών συνεργατών των Α.Ε.Ι. σε θέσεις λεκτόρων κατά το άρθρο 31 ν. 1268/1982).

    Το γεγονός πως οι συνέπειες αυτές επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου, σημαίνει ότι το αρμόδιο διοικητικό όργανο θα προβεί στην έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης (που είναι εκτελεστή διοικητική πράξη) με δέσμια αρμοδιότητα, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος (βλ. αντί άλλων Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου, Ι, 1986, σελ. 99 επ. και Α. Τάχο, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 19913, σελ. 351 επ.)

    9. Στην περίπτωση του άρθρου 55 παρ. 2 Συντ. και της αυτοδίκαιης έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα όργανο αρμόδιο για την εκφορά της σχετικής κρίσης και άρα για τη διαπίστωση της έκπτωσης είναι – με ρητή συνταγματική διάταξη- ένα δικαστικό όργανο: το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 Συντ.
    Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περίπτωση γ` Συντ. στην (αποκλειστική) αρμοδιότητα του Α.Ε.Δ. ανήκει και: «Η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση Βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγρ. 2 και 57».

    10. Η σχετική κρίση του Α.Ε.Δ. του άρθρ. 100 Σ, Προσλαμβάνει τη μορφή δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 39 και 40 του ν. 345/76 «Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου».

    11. Η αυτοδίκαιη έκπτωση επέρχεται επομένως από τη δημοσίευσης της απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Συντ. Στο μεταξύ ο Βουλευτής ασκεί τα καθήκοντά του πλήρως και απολαμβάνει «της προστασίας και των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν στο αξίωμα του Βουλευτή το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής και οι νόμοι». Οι πράξεις των Βουλευτών που ενεργήθηκαν έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Συντ. «λογίζονται έγκυρες».

    Αυτά ορίζονται κατά τρόπο ρητό στο άρθρο 4 (παράγρ. 1 έως 3) του Κανονισμού της Βουλής.

    12. Από τη δέσμη των άρθρων 55 παρ. 1 και 2, 51 παρ. 3 εδ. γ` και 100 παρ. 1 περ. γ` του Συντάγματος και 4 του Κανονισμού της Βουλής προκύπτει το συμπέρασμα ότι κανένα άλλο κρατικό όργανο δεν έχει την αρμοδιότητα να διαπιστώνει την αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα.

    13. Τέτοια αρμοδιότητα είναι προφανές ότι δεν διαθέτει ο Πρόεδρος της Βουλής. Η αρμοδιότητα αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αρμοδιότητές του που προβλέπει απευθείας το Σύνταγμα (άρθρ. 51 επ. και ιδίως 65 παρ. 4) ή ο Κανονισμός της Βουλής (άρθρ. 11 Καν. Β).

    Αντιθέτως, το άρθρο 4 του Καν. Β αποκλείει οποιαδήποτε ανάμειξη του Προέδρου της Βουλής σε ζητήματα σχετικά με την εγκυρότητα της εκλογής ή την έκπτωση Βουλευτών, αναθέτοντας τη σχετική κρίση στο Α.Ε.Δ. του άρθρου 100 Συντ. -κάτι που γίνεται, ούτως ή άλλως, απευθείας εκ του Συντάγματος (άρθρ. 100 παρ. 1 περ. γ`). Υπό το Σύνταγμα του 1975/1986 η εξέλεγξη του κύρους των βουλευτικών εκλογών και η κρίση για την έκπτωση Βουλευτή είναι αποκλειστικά και μόνο δικαστική.

    14. Μετά την αναθεώρηση του 1911, την κατάργηση του συστήματος της κοινοβουλευτικής εξέλεγξης και την εισαγωγή του συστήματος της δικαστικής εξέλεγξης του κύρους των εκλογών, είχε απομείνει (μέχρι και το Σ. 1952) στην αρμοδιότητα της Βουλής η κρίση για την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα λόγω επιγενόμενης στέρησης των προσόντων εκλογιμότητας ή λόγω της ανάληψης, της διατήρησης ή της αποδοχής έργων ασυμβίβαστων προς την ιδιότητα του Βουλευτή. Το άρθρο, όμως 100 παρ. 1 περ. γ` του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 τέμνει οριστικά τη συζήτηση που είχε προκαλέσει αυτή η διάσπαση της αρμοδιότητας μεταξύ αφενός μεν του Εκλογοδικείου αφετέρου δε της ίδιας της Βουλής.

    Με την ρύθμιση του ισχύοντος Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Σ. συγκεντρώνεται και ο έλεγχος του κύρους των εκλογών και η κρίση για την έκπτωση Βουλευτή (βλ. σχετικά Α. Ράϊκο, Δικονομικόν Εκλογικόν, Δίκαιον, 1982, σελ. 81-85 με τον αντίστοιχο υπομνηματισμό, ο οποίος αποδέχεται σαφώς την άποψη που υποστηρίζεται και εδώ και Π. Παραρά, Το Σύνταγμα 1975- CORPUS II, 1985, σελ. 74).

    Το ζήτημα αυτό είχε απασχολήσει εκτενώς τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ισχύοντος Συντάγματος και η λύση που υιοθετήθηκε τελικά θεωρήθηκε μία από τις θετικές καινοτομίες της συνταγματικής μας τάξης (βλ. Α. Ράικο, ο.π.).

    15. Είναι επίσης προφανές ότι στην αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Συντ. δεν μπορεί να υποκατασταθεί κανένα άλλο δικαστήριο. Αυτό ισχύει και για το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Συντ., το οποίο ως Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά δεν μπορεί να διαπιστώσει την έκπτωση ενός βουλευτή από το βουλευτικό αξίωμα.

    Το άρθρο 86 παρ. 1 Συντ. αναθέτει στο νόμο την λεπτομερέστερη ρύθμιση των συναφών θεμάτων. Ο εκτελεστικός, όμως, του Συντάγματος νόμος που προβλέπεται στη συνταγματική αυτή διάταξη (σε συνδυασμό και με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 Συντ.) δεν μπορεί να αποκλίνει ούτε από τα άρθρα 51 παρ. 3 εδ. β` και 55 παρ. 2 ούτε από το άρθρο 100 παρ. 1 περ. γ` Συντ. που ρυθμίζουν ειδικά τα της έκπτωσης από το Βουλευτικό αξίωμα.

    16. Άλλωστε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 και του σχετικού νόμου (τώρα του ν.δ. 802/71) δεν υπάγονται οι βουλευτές, αλλά οι υπουργοί και οι διατελέσαντες υπουργοί, άσχετα από το αν κατά το χρόνο της παραπομπής τους ή κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 φέρουν το βουλευτικό αξίωμα ή όχι (βλ. τη σχετική θεωρητική θεμελίωση στην γνωμοδότηση του Δ.Θ. Τσάτσου, σε: Υπεράσπιση, 6/1992). Συνεπώς κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις για το ζήτημα
    της αυτοδίκαιης έκπτωσης είναι τα άρθρα 55 παρ. 2 και 100 παρ. 1 περ. γ` Συντ.

    17. Το άρθρο 1 του ν.δ. 802/71 που προβλέπει την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων παραπέμπει – όπως είναι φυσικό – στο άρθρο 63 Π.Κ. (το οποίο και χωρίς την ρητή αυτή παραπομπή θα ίσχυε, ούτως ή άλλως, εφόσον σ` όλο το φάσμα του ν.δ. 802/71 ισχύουν συμπληρωματικά για τα ουσιαστικά ζητήματα οι ρυθμίσεις του Π.Κ., για δε τα δικονομικά ζητήματα οι ρυθμίσεις του Κ.Π.Δ.).

    18. Κατά το άρθρο 63 Π.Κ. (περ. 1) η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων έχει ως συνέπεια εκείνος που καταδικάσθηκε να χάνει -μεταξύ άλλων- οριστικά και τα αιρετά δημόσια αξιώματα που κατέχει.

    Όπως, όμως, ήδη σημειώθηκε ο κοινός νομοθέτης (στην προκειμένη περίπτωση ο Ποινικός Κώδικας) δεν μπορεί, φυσικά, να αποκλίνει από το πλαίσιο που προσδιορίζουν σε επίπεδο κανόνων αυξημένης τυπικής ισχύος τα άρθρα 51 παρ. 3 εδ. β`, 55 παρ. 2 και 100 παρ. 1 περ. γ` Συντ.

    Το άρθρο 63 Π.Κ. απόκτά το κανονιστικό του περιεχόμενο στο πλαίσιο αυτό (σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία), αλλιώς είναι παραμεριστέο ως αντίθετο προς τις παραπάνω ρητές συνταγματικές διατάξεις.

    Είναι όμως σαφές ότι ο κοινός ποινικός νομοθέτης θεσπίζοντας (πριν μάλιστα τη θέση σε ισχύ του Συντ. 1975) το άρθρο 63 Π.Κ. δεν ήθελε να αποκλίνει από τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, αλλά να εναρμονισθεί προς αυτές και να υπαχθεί σ` αυτές.

    19. Πρέπει, μάλιστα, επικουρικά να σημειωθεί ότι ο θεσμός της άρσης του κατά το άρθρο 62 Συντ. ακαταδίωκτου ή του κατά το άρθρο 61 Συντ. ανεύθυνου του βουλευτή (άρση της βουλευτικής ασυλίας) μπορεί να οδηγήσει στο φαινόμενο βουλευτής να καταδικάζεται με αμετάκλητη απόφαση κοινού ποινικού δικαστηρίου σε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

    Μία παρόμοια απόφαση θα παρήγαγε έννομες συνέπειες όμοιες μ` αυτές που παράγει η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ. Είναι άρα σαφές ότι η αυτοδίκαιη έκπτωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να διαπιστωθεί και να απαγγελθεί με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Συντ., το οποίο δεν αποκλείεται θεωρητικά να κρίνει ότι η απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου για την επιβολή παρεπόμενης ποινής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων υπερβαίνει π.χ. τα όρια της δικαιοδοσίας των ποινικών δικαστηρίων κ.λπ.

    20. Παρόμοιες, άλλωστε, αμφισβητήσεις μπορούν να ανακύψουν και ως προς τα άλλα δύο προσόντα εκλογιμότητας (ιθαγένεια και ηλικία) η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα καθώς και ως προς την ύπαρξη κοινοβουλευτικού ασυμβιβάστου κατά το άρθρο 57 Συντ. το οποίο -επίσης- συνεπάγεται την έκπτωση του βουλευτή.

    Σε κάθε περίπτωση η σχετική κρίση δεν ανήκει ούτε στον Πρόεδρο της Βουλής, ούτε στην ίδια την Βουλή, αλλά στο μόνο αρμόδιο όργανο που είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 Συντ.

    21. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν καταλήγω συνεπώς στα ακόλουθα συμπεράσματα:

    α. Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή που επιβάλλεται με αμετάκλητη απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ., δεν ταυτίζεται με την αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα κατά το άρθρο 55 παρ. 2 Συντ. Η επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής συνεπάγεται τον περιορισμό της νόμιμης ικανότητας του εκλέγειν και άρα συνιστά λόγο αυτοδίκαιης έκπτωσης κατά τα άρθρα 51 παρ. 3 εδ. β` και 55 παρ. 1 και 2 Συντ.

    β. Όργανο αποκλειστικά αρμόδιο κατά το Σύνταγμα για την εκφορά της σχετικής κρίσης και την διαπίστωση της αυτοδίκαιης έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 Συντ. (άρθρ. 100 παρ. 1 περ. γ` Συντ.).

    γ. Η αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα επέρχεται από την δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 Συντ. Έως την δημοσίευση της απόφασης αυτής ο βουλευτής ασκεί πλήρως τα καθήκοντά του και απολαμβάνει της προστασίας και των δικαιωμάτων που προβλέπουν το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής, και οι νόμοι του Κράτους.

    Ο Γνωμοδοτών Καθηγητής
    ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Β. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
    ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
    ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
    ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ` ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

    Απάντηση