ΑΥΤΟΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟ;

by on 9 Μαρτίου 2011
30/05/2007 – Έλεγχος και επιβολή κυρώσεων για συναλλαγές τραπεζών με τα Ασφαλιστικά Ταμεία και ιδιώτες
Η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος στη συνεδρίασή της στις 30 Μαΐου 2007 αξιολόγησε τις διαπιστώσεις που προέκυψαν από ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της για τις συναλλαγές τραπεζών σε σύνθετα ομόλογα με τα Ασφαλιστικά Ταμεία κατά τα έτη 2005 έως και πρόσφατα, καθώς και, βάσει καταγγελιών, σχετικά με συναλλαγές σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα με ιδιώτες.
Ειδικότερα εξετάστηκε εάν τηρήθηκαν:
– οι σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 κανόνες διαφάνειας τραπεζικών συναλλαγών
– οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ που διέπουν την εν γένει παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τις τράπεζες.
Η Επιτροπή :
1. Ως προς τις συγκεκριμένες καταγγελίες των ιδιωτών έκρινε ότι, ενώ παρασχέθηκε επαρκής πληροφόρηση για τα γενικά χαρακτηριστικά των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων και τις βασικές εκδοχές της πιθανής μελλοντικής απόδοσής τους, δεν παρασχέθηκε επαρκής πληροφόρηση όσον αφορά την έκταση απομείωσης του κεφαλαίου από ενδεχόμενη πρόωρη ρευστοποίησή τους. Η Επιτροπή εξέτασε το επιχείρημα τραπεζών ότι το μέγεθος των κεφαλαίων που επενδύονται σε προϊόντα αυτής της κατηγορίας συνεπάγεται και επίδειξη αντίστοιχης επιμέλειας από τους ιδιώτες πελάτες αλλά δεν το έκανε αποδεκτό, κατά το βαθμό που αφορά την τεκμαιρόμενη γνώση των ιδιωτών πελατών για τις επιπτώσεις της πρόωρης ρευστοποίησης.
2. Όσον αφορά τις συναλλαγές με τα Ασφαλιστικά Ταμεία έκρινε ότι:
  • Τα Ασφαλιστικά Ταμεία, ως θεσμικοί επενδυτές που διαχειρίζονται σημαντικά ποσά κεφαλαίων, έχουν κατά τεκμήριο επαρκή γνώση και εμπειρία για την κατανόηση της σχέσης απόδοσης – κινδύνου και των επιπτώσεων επί της τρέχουσας αγοραίας τιμής ομολόγων με βάση τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς. Το δεδομένο αυτό επιτρέπει την κατάλληλη προσαρμογή της απαιτούμενης για τους ιδιώτες πληροφόρησης προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά των Ασφαλιστικών Ταμείων. Σε όλες τις εξετασθείσες περιπτώσεις διαπιστώθηκε πως είχε επισημανθεί από τις τράπεζες ότι η ακεραιότητα των κεφαλαίων διασφαλίζεται μόνο κατά τη λήξη, όπως εξάλλου συμβαίνει σε όλους τους τίτλους που δεν υπόκεινται σε πιστωτικό κίνδυνο αλλά σε κίνδυνο αγοράς λόγω μεταβολής των επιτοκίων.
  • Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η διαφορά μεταξύ των τιμών αγοράς και πώλησης των εν λόγω σύνθετων ομολόγων κυμάνθηκε σε επίπεδα που δεν απείχαν, κατά κανόνα, από τα αντίστοιχα περιθώρια της πρωτογενούς ή και της δευτερογενούς αγοράς για τα σύνθετα ομόλογα. Σημειωτέον ότι οι τιμές διαπραγμάτευσης των τελευταίων προσδιορίζονται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια των τίτλων, τη δομή τους και το βάθος της αγοράς (συνθήκες ρευστότητας) κάθε έκδοσης. Στην περίπτωση υπηρεσιών αναδοχής (underwriting) η τιμή ενός τίτλου εμπεριέχει και το ασφάλιστρο του αναλαμβανόμενου από τους αναδόχους κινδύνου μη διάθεσης των τίτλων.
          Η διαφορά μεταξύ των τιμών αγοράς και πώλησης στο σύνολο των συναλλαγών:
          i) Ως προς την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν υπερέβη τις 2,88 εκατοστιαίες μονάδες, πλην μιας τράπεζας όπου η διαφορά κυμάνθηκε από 4 έως 10,42 εκατοστιαίες μονάδες,
          ii) Ως προς τις συναλλαγές αναδοχής ανήλθε μέχρι 3,10 εκατοστιαίες μονάδες
Κατόπιν των ανωτέρω και ανεξαρτήτως των προτάσεων επαναγοράς των ομολόγων εκ μέρους τραπεζών, η Επιτροπή αποφάσισε:
α) Όσον αφορά τις καταγγελίες ιδιωτών να επιβάλει σε μία τράπεζα κύρωση με τη μορφή άτοκης κατάθεσης, 6 μηνών, ποσού € 4.000.000 για μη επαρκή ενημέρωση αναφορικά με τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η πρόωρη ρευστοποίηση τίτλων.
β) Όσον αφορά τις συναλλαγές με Ασφαλιστικά Ταμεία να επιβάλει σε μία τράπεζα κύρωση με τη μορφή άτοκης κατάθεσης, 6 μηνών, ποσού € 8.000.000 για την εκ μέρους της υιοθέτηση, κατά παράβαση της σχετικής με τη διαφάνεια των τραπεζικών συναλλαγών Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, απρόσφορου και αναντίστοιχου με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τρόπου υπολογισμού της προμήθειας, η οποία και διαμορφώθηκε τελικώς σε υπερβολικό ύψος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει ότι το αίτημα των δικαστικών αρχών για παροχή στοιχείων ως προς τις συναλλαγές πιστωτικών ιδρυμάτων σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου για το διάστημα 1999-2005 δεν έχει την έννοια εντολής προς έλεγχο συγκεκριμένων παραβάσεων. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από τη δικαστική διερεύνηση, στην οποία είναι αυτονόητο ότι θα συμβάλει με την παροχή των ζητηθέντων στοιχείων, η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί τα σχετικά στοιχεία αυτοτελώς, στο πλαίσιο της εποπτικής της αρμοδιότητας.
Υ.Γ. Θα ακολουθήσει ολόκληρο το ρεπορτάζ
comments
 
Leave a reply »