ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ EUROGROUP ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΕΟΣ

by on 31 Ιουλίου 2018

Το ΔΝΤ αμφισβητεί τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές μόνο με τη δέσμευση του Eurogroup για ανάληψη μέτρων το 2032 αν χρειαστεί και θεωρεί ότι έχει διασφαλισθεί η βιωσιμότητά του μόνο μεσοπρόθεσμα.

Στην έκθεση που καταρτίστηκε με βάση το άρθρο 4 του Καταστατικού του Ταμείου και συνοδεύεται από ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους το ΔΝΤ διαφωνεί με την ΕΕ στις παραμέτρους της βιωσιμότητας, βλέπει πιο χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ανάπτυξη στο μέλλον, καθώς και δυσμενέστερους όρους δανεισμού που θα αυξήσουν πάνω από το 20% του ΑΕΠ τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες το 2038. Σύμφωνα με το ΔΝΤ η μόνη λύση είναι η ενίσχυση του ΑΕΠ και των επενδύσεων.

Το Ταμείο ξεκόβει επίσης κάθε κουβέντα για αναστροφή των περικοπών σε αφορολόγητο και συντάξεις. Μάλιστα θέτει και θέμα πολιτικών κινδύνων ανατροπής αποφάσεων το 2019 λόγω πιθανών εκλογών. Θεωρεί αβέβαια τα αντίμετρα, καθώς δεν δέχεται ότι υπάρχει ο «δημοσιονομικός χώρος», δηλαδή το Ταμείο εκτιμά πως δεν υπάρχει το περιθώριο να εφαρμοστούν οι φοροελαφρύνσεις που έχει προαναγγείλει από το 2019 και μετά η κυβέρνηση Τσίπρα.

Ζητά επίσης και νέες παρεμβάσεις σε εργασιακό και διατήρηση των παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας και στις συλλογικές συμβάσεις, αλλά και στις αγορές, καθώς και πιο χαμηλούς συντελεστές σε ασφαλιστικά «χαράτσια» και ΦΠΑ προκειμένου να διασφαλιστεί βιώσιμη ανάπτυξη. Επισημαίνει ότι οι πολιτικές αναφορικά με τον κατώτατο μισθό δε θα πρέπει να επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Στο πακέτο των εγγράφων που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα περιλαμβάνονται και οι αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς με επιστολή του αντιπροσώπου της Ελλάδας στο Ταμείο, κ. Ψαλιδόπουλου, ο οποίος εγκαλεί το ΔΝΤ για τις θέσεις του.

Το ΔΝΤ ενημερώνει ότι θα κοινοποιήσει νέα έκθεση για την Ελλάδα στις αρχές του 2019 και θα διενεργεί εφεξής έλεγχο στην ελληνική οικονομία ανά  6 μήνες.

Τι αναφέρει για τη βιωσιμότητα χρέους

Ειδικότερα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους το ΔΝΤ αναφέρει ότι ενώ «αναγνωρίζει πως οι μακροπρόθεσμες υποθέσεις υπόκεινται σε υψηλή αβεβαιότητα, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες ότι η δέσμευση για παροχή πρόσθετης βοήθειας, εάν χρειαστεί, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας». Εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει γιατί «δεδομένης της μεγάλης αβεβαιότητας σχετικά με τις μακροπρόθεσμες παραδοχές, η δέσμευση για παροχή πρόσθετης βοήθειας, η οποία εξαρτάται από τη μελλοντική επανεξέταση της κατάστασης, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εγγύηση» έναντι μίας σειράς από κινδύνους που καταγράφει στο ΑΕΠ, στα πλεονάσματα και σε άλλα πεδία. Όπως σημειώνει: «η άνευ προηγουμένου χρηματοδότηση και η ελάφρυνση του χρέους που παρέχεται μέχρι σήμερα από τους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας προσδίδει σημαντική αξιοπιστία σε μια τέτοια μελλοντική δέσμευση εκ μέρους των κρατών μελών». Ωστόσο, προσθέτει ότι «ταυτόχρονα τα προβλήματα εφαρμογής που αντιμετώπισαν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις και η πιθανότητα πολιτικών αλλαγών στα κράτη – μέλη που θα μπορούσαν να μειώσουν τον βαθμό δέσμευσης να στηρίξουν την Ελλάδα στο μέλλον θα μπορούσαν να επηρεάσουν το κλίμα στους επενδυτές, ειδικά όσο θα πλησιάζει η περίοδος υψηλών χρηματοδοτικών αναγκών».

Το ΔΝΤ συμπληρώνει ότι «στο πλαίσιο αυτό, ανησυχεί ιδιαίτερα για το γεγονός ότι η δέσμευση για παροχή πρόσθετης βοήθειας εξαρτάται από την προσήλωση της Ελλάδας σε μια πολύ φιλόδοξη πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό με τη σειρά του υποδηλώνει ότι η δέσμευση για παροχή πρόσθετης βοήθειας εάν χρειαστεί μπορεί να είναι ανεπαρκής για την άμβλυνση των μακροπρόθεσμων κινδύνων και ότι η Ελλάδα, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να βρεθεί στην θέση να πρέπει να αγωνιστεί για τη διατήρηση της πρόσβασης στην αγορά μακροπρόθεσμα».

Το ΔΝΤ ουσιαστικά διατηρεί επιφυλάξεις για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης πρόσβασης στις αγορές. Στο δημοσιονομικό πεδίο εκτιμά ότι βιώσιμα είναι πιο χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα από αυτά που προβλέπει η απόφαση του Eurogroup (ουσιαστικά συντάσσεται με το δυσμενές σενάριο της Κομισιόν). Βλέπει το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,5% του ΑΕΠ από το 2027 και μετά (έναντι 2,2% του ΑΕΠ από το 2025 και μετά που βλέπει η Κομισιόν). Και εκτιμά ότι για να φτάσει στο 2,2% του ΑΕΠ δεν θα μπορέσει να κάνει τη «σημαντική αλλαγή» στο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής «προκειμένου η Ελλάδα να επιτύχει σταθερή και ισχυρή οικονομική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα».

Εξηγεί ότι «η σοβαρή συμπίεση των κεφαλαίων και άλλων δαπανών και η αύξηση των ήδη υψηλών φορολογικών συντελεστών πρέπει να αντιστραφούν τουλάχιστον εν μέρει, πράγμα που θα απαιτήσει από την Ελλάδα να μειώσει σημαντικά τις υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες και να διευρύνει σημαντικά την πολύ στενή φορολογική βάση της» στο μέλλον στο σενάριο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Λόγω της πολύ μεγάλης διαρθρωτικής ανεργίας και των αδυναμιών χάραξης πολιτικής, πιστεύει ότι «θα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες πολιτικά δύσκολες αλλαγές, διατηρώντας ταυτόχρονα εξαιρετικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».

Το ΔΝΤ επιμένει επίσης σε ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά περίπου 1%  που οδηγεί σε ονομαστή αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,8% μακροπρόθεσμα έναντι πρόβλεψης για 3% ανάπτυξη από την Κομισιόν.

Εκτιμά ότι τα επόμενα χρόνια το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αρχίσει να μειώνεται, αλλά στη συνέχεια θα ξεκινήσει μια διαρκή άνοδο από το 2038 περίπου. Το όριο του 20% του ΑΕΠ στις χρηματοδοτικές ανάγκες παραβιάζεται το 2038 και θα συνεχίσει να αυξάνεται στη συνέχεια και έτσι «θα χρειαστεί πρόσθετη παρέμβαση για την εξασφάλιση της διατηρησιμότητας του χρέους».

Όπως επισημαίνεται, το ΔΣ του ΔΝΤ «χαιρέτισε τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους» και συμφωνεί ότι «θα διευκολύνουν τη μεσοπρόθεσμη πρόσβαση στις αγορές». Ωστόσο, πολλά μέλη «προειδοποίησαν ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα παραμένει αβέβαιη και υπογράμμισαν την ανάγκη για ρεαλιστικές υποθέσεις για τους στόχους του πρωτογενούς αποτελέσματος και της ανάπτυξης».

Τι αναφέρει ο Ντόλμαν

Ο επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ στην Ελλάδα, Πίτερ Ντόλμαν, αναφέρει σε ερωτήσεις που περιέχονται στο πακέτο των σημερινών εγγράφων ότι η ελάφρυνση του χρέους σε συνδυασμό με το «μαξιλάρι» των ταμειακών διαθεσίμων, καθώς και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας είναι χαμηλού επιτοκίου «ενισχύει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές της Ελλάδας να διατηρήσει την πρόσβαση στην αγορά μεσοπρόθεσμα».

Ωστόσο, προσθέτει ότι καθώς το χρέος θα «ωριμάζει και θα αντικαθίσταται από πιο ακριβό χρέος από τις αγορές, η ικανότητα της Ελλάδας να το εξυπηρετεί θα γίνει σταδιακά πιο δύσκολη». Εξηγεί ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επιτύχει ταυτόχρονα υψηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και να διατηρήσει μεγάλα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα για πολλά χρόνια για να κρατήσει το δημόσιο χρέος σε πτωτική τροχιά. Και δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια πολύ δύσκολη δημογραφική μετάβαση «πρέπει να κάνει ακόμα περισσότερα για να ενισχύσει τη συμμετοχή και την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού και να προσελκύσει επενδύσεις». Ετσι, ζητά πιο πολλές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, «πέραν εκείνων που βρίσκονται σε εξέλιξη».

Ο κ. Ντόλμαν μίλησε και για «πολύ σημαντικές κληρονομιές της κρίσης», για «βαρίδια» όπως είναι τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η ανεργία και τα υψηλά ποσοστά φτώχειας που πρέπει να αντιμετωπισθούν.

Τι απαντά ο Μ. Ψαλιδόπουλος

Στην 3σέλιδη επιστολή του ο κ. Ψαλιδόπουλος ουσιαστικά εκφράζει την αντίθεση της κυβέρνησης αλλά και την ενόχληση της από τις θέσεις του ΔΝΤ. Αφήνει αιχμές για μία σταθερά απαισιόδοξη στάση του Ταμείου, ζητά να δημοσιοποιηθούν τα αναλυτικά δεδομένα για τις εκτιμήσεις του και επισημαίνει ότι αγνοούνται σημαντικά επιτεύγματα της κυβέρνησης και της οικονομίας.

Επισημαίνει ότι οι ελληνικές αρχές «χαιρετίζουν το γεγονός ότι το ΔΝΤ αναγνωρίζει τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας μεσοπρόθεσμα». Ωστόσο κάνει σαφές ότι «οι υποθέσεις που χρησιμοποιούνται παραμένουν υπερβολικά απαισιόδοξες όσον αφορά την ονομαστική ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πορεία και το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους από την αγορά».

Εξηγεί ότι σε σύγκριση με τις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν από όλα τα άλλα θεσμικά όργανα, το βασικό σενάριο του ΔΝΤ είναι σύμφωνο με το αρνητικό σενάριο της ΕΕ και της Ελλάδας. Βασίζεται σε ένα χαμηλότερο σενάριο πρωτογενών πλεονασμάτων, σε ανεπαρκή αξιολόγηση του αντίκτυπου των μεταρρυθμίσεων στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σε σημαντικά πιο απαισιόδοξους ρυθμούς αναχρηματοδότησης σε σύγκριση με τα πλέον πρόσφατα δεδομένα της αγοράς, αναφέρεται.

Δεν χρειάζεται νέα μείωση των συντάξεων πέραν… αυτής του 2019

Το ΔΣ του ΔΝΤ, όπως αναφέρεται συμφώνησε ότι, δεδομένης της σημερινής σημαντικής προσαρμογής, «η Ελλάδα δεν απαιτείται να κάνει περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση», σημειώνοντας επίσης ότι η επίτευξη των υψηλών στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος επιβαρύνουν την ανάπτυξη.

Υποστηρίζει επίσης «τη στροφή προς ένα φιλικότερο για την ανάπτυξη μείγμα των δημοσιονομικών πολιτικών» μιλώντας για τα αντίμετρα του 2019- 2020. Ωστόσο, ζήτησε «περαιτέρω δημοσιονομική επαναεξισορρόπηση για τη μείωση των άμεσων φόρων και την αύξηση των κοινωνικών δαπανών».

Ο πολιτικός κίνδυνος

Ειδική αναφορά κάνει το Ταμείο στις εκλογές σε παράγραφο με τίτλο «Με τις εκλογές να πλησιάζουν η κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων είναι αβέβαιη» όπου επισημαίνεται το πλέγμα μεταμνημονιακής εποπτείας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά «η εξασφάλιση της πολιτικής συναίνεσης εντός της Ελλάδας θα μπορούσε να είναι δύσκολη λόγω των σημαδιών κόπωσης των μεταρρυθμίσεων, της μείωσης της πλειοψηφίας του (κυβερνώντος) συνασπισμού στο Κοινοβούλιο και των προσεχών κοινοβουλευτικών εκλογών του 2019».

Της Δήμητρας Καδδά – capital.gr

Be the first to comment!
 
Leave a reply »